Выбрать главу

«Πολύ καλά. Ποιο θα διάλεγες εσύ;» Ο Χούμα κράτησε την αναπνοή του. Αναρωτιόταν αν θα έπαιρνε απάντηση που να βγάζει νόημα.

Αφού το συζήτησε κάμποσο με τον εαυτό του, ο γκρίζος σαν την πέτρα άντρας τού έδειξε με το ραβδί του το αριστερό μονοπάτι. «Αυτό εδώ το προτιμούν πολλοί.»

«Ευχαριστώ.» Ο Χούμα προχώρησε προς το μονοπάτι που του είχαν υποδείξει. Το μόνο που ήθελε ήταν να ξεμπερδεύει με τους γκρίζους ανθρώπους και τα μονοπάτια που μια φαίνονταν και μια εξαφανίζονταν. Όσο συντομότερα έφευγε…

«Βέβαια» πρόσθεσε ο άλλος «άλλοι θεωρούν ότι το σωστό είναι το δεξιό μονοπάτι»

Ο Χούμα σταμάτησε. Γύρισε και κοίταξε ψυχρά τον γκρίζο άντρα. «Εσύ ποιο θα διάλεγες;»

«Εγώ δεν πάω πουθενά.»

Ο ιππότης κοίταξε εξεταστικά τα δύο μονοπάτια. Αποκεί που στεκόταν φαίνονταν ολόιδια. Δεν μπορούσε να διαλέξει βασιζόμενος στην εμφάνισή τους. Έπρεπε να ακολουθήσει το ένστικτό του.

Επίτηδες, ο Χούμα πήρε το δεξιό μονοπάτι και άρχισε να προχωρεί. Δε γύρισε να κοιτάξει πίσω του, ούτε καν όταν ξανάρχισε το γνωστό «ταπ»-«ταπ».

Το σχόλιο όμως τον έκανε να κοντοσταθεί για μια στιγμή.

«Ενδιαφέρουσα επιλογή.»

Τα χτυπήματα σταμάτησαν. Ο Χούμα γύρισε άθελα του.

Το μονοπάτι –και ο γκρίζος άντρας– είχαν εξαφανιστεί. Στη θέση τους υπήρχε μια ψηλή, γερτή κορυφή.

Ο Χούμα ακολούθησε το στριφογυριστό μονοπάτι για ώρες. Πρόσεξε ότι ο ήλιος είχε χαμηλώσει πια στον ουρανό, πράγμα που σήμαινε ότι είχε χωριστεί από τους υπόλοιπους για ένα μεγάλο μέρος της ημέρας. Το να τους φωνάξει είχε αποδειχτεί μάταιο.

Είχε σηκωθεί αέρας. Ο Χούμα τυλίχτηκε με το μανδύα του και τόλμησε να βάλει το σπαθί στο θηκάρι του, για να μπορέσει να σφίξει το ρούχο στο κορμί του. Αναρωτήθηκε πόσο κρύο να έκανε στα βουνά και κατέληξε ότι καλό θα ήταν να μην το σκέφτεται.

Πού ήταν ο Μάτζιους και ο Καζ; Έλπιζε ότι ο μινώταυρος και ο μάγος δε θα αλληλοσκοτώνονταν τη στιγμή που δε βρισκόταν ο ίδιος εκεί για να τους συγκρατήσει.

Το στομάχι του γουργούρισε ξανά από την πείνα, προκαλώντας του μια αμυδρή ενοχή. Για τους ιππότες, το γεύμα ήταν μια τελετή εξαγνισμού. Δε θα πάθαινε και τίποτα για λίγες ώρες.

Στους θάμνους που προσπερνούσε έβλεπε μερικά σκόρπια βατόμουρα, αλλά σε κάποιες προηγούμενες απόπειρες που είχε κάνει είχαν αποδειχτεί ακατάλληλα για φάγωμα – και ίσως και δηλητηριώδη. Δεν είχε δει, ούτε είχε ακούσει ίχνος ζώων, εκτός από την τυχαία κραυγή κάποιου άγνωστου πλάσματος που καραδοκούσε κάπου στα βουνά. Ενός μεγάλου πουλιού ίσως. Με τι τρεφόταν λοιπόν; Με απρόσεκτους, ανόητους ταξιδιώτες;

Επιτέλους σουρούπωσε και ο Χούμα περίμενε κάποιο σημάδι του Μάτζιους. Ωστόσο, ούτε φως ούτε ήχος διαπέρασε το σκοτάδι. Νύχτωσε για τα καλά και ο Χούμα ήταν πάντα μονάχος.

Όμως, πράγμα ασυνήθιστο, η νύχτα ήταν φωτεινή. Κατά κάποιον τρόπο, τα αστέρια λες και μπορούσαν να διαπεράσουν το μανδύα των νεφών που δεν μπορούσε να τρυπήσει ο ήλιος. Ίσως, πράγμα πολύ ενθαρρυντικό, ο Σολίναρι να βρισκόταν στο απώτατο ζενίθ του. Τώρα φυλούσε τον κόσμο ο θεός του Λευκού Χιτώνα και, μολονότι ο Μάτζιους φορούσε ερυθρό χιτώνα, ο Χούμα υποπτευόταν ότι ο Σολίναρι θα πρόσεχε και αυτόν.

Τελικά ο Χούμα σταμάτησε για να περάσει τη νύχτα, κουρασμένος και μπερδεμένος, έτοιμος όμως να συνεχίσει με το πρώτο φως. Σύρθηκε κάτω από μια προεξοχή σ’ ένα αρκετά επίπεδο μέρος και τυλίχτηκε με το μανδύα του. Για φωτιά ούτε λόγος. Είχε περάσει και χειρότερα, αλλά οι σουβλιές της πείνας τον ερέθιζαν συνέχεια, ακόμα κι όταν τον πήρε ο ύπνος.

Ο Χούμα σάλεψε. Ένας ήχος σαν πλατάγισμα δυνατών φτερών τον πέταξε από τον ύπνο. Έριξε μια ματιά από το καταφύγιό του και δεν είδε τίποτα παρά μόνο σκοτάδι – και αποφάσισε ότι ήταν ή κάποια κατολίσθηση βράχου ή ο άνεμος. Σύντομα τον ξαναπήρε ο ύπνος.

Πίσω από ένα μακρινό βράχο, δυο λαμπερά, κατακόκκινα μάτια κοίταζαν τυφλά τον ανυποψίαστο ιππότη. Ο ντρέντγουλφ είχε διαταχθεί να κοιτάζει μόνο, όχι να σκοτώσει – αυτή τη φορά τουλάχιστον. Όμως ο κοιμισμένος άνθρωπος έδινε ικανοποιητικό στόχο και το σίχαμα άρχισε να προχωρεί αθόρυβα, μπροστά, δείχνοντας τα κίτρινα δόντια του. Ετοιμάστηκε να πηδήσει κι ένα τερατώδες νύχι τινάχτηκε και το έλιωσε, τσακίζοντάς του κάθε διάθεση για ανταρσία. Ούτε «κιχ» δεν ακούστηκε μέσα στη σιγαλιά της νύχτας.

Ο Χούμα σάλεψε ξανά, αλλά δεν ξύπνησε.

Η αυγή έφερε μαζί της την αίσθηση ότι δεν είναι μόνος. Ο Χούμα ερεύνησε τη γύρω περιοχή. Όλα ήταν όπως την προηγούμενη μέρα, μόνο που έκανε λίγο περισσότερη ζέστη. Η πείνα τον ενοχλούσε ακόμα, αλλά άρχιζε να την ελέγχει – ή ίσως είχε πια ξεπεράσει το σημείο που τον πείραζε.

Τόλμησε να φωνάξει τους συντρόφους του. Ο άνεμος είχε κοπάσει κάπως και ο Χούμα σκέφτηκε ότι αυτή τη φορά μπορεί να τον άκουγαν. Αν αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να αντιμετωπίσει το πλάσμα που έκρωζε την προηγούμενη νύχτα, ας ήταν κι έτσι.