Οι φωνές του δεν πήραν απάντηση ούτε από το μάγο, ούτε από το μινώταυρο, ούτε από το άγνωστο πλάσμα. Ο Χούμα τα παράτησε και ξαναπήρε το παράξενο μονοπάτι. Δεν τον ένοιαζε πια ούτε καν αν θα μπορούσε να γυρίσει πίσω.
Προς μεγάλη του έκπληξη και ευχαρίστηση, το μονοπάτι έγινε πιο ομαλό και βατό. Υπήρχε και φαγητό, βατόμουρα από κάποιο καινούριο είδος θάμνου. Όταν αποδείχτηκαν βρώσιμα, καταβρόχθισε όσα βρήκε. Φυσικά το δηλητήριό τους θα μπορούσε να είναι αργό στη δράση, αλλά ο Χούμα τα αναγνώρισε. Συμπέρανε πως αυτός που δημιούργησε το μονοπάτι τον ήθελε ζωντανό προς το παρόν.
Επιτέλους, όταν άρχισε πια να πιστεύει ότι το μονοπάτι θα συνεχιζόταν για πάντα, αυτό σταμάτησε μπροστά σε μια αστραφτερή λιμνούλα περικυκλωμένη από οπωροφόρα δέντρα κι έναν κήπο. Διψασμένος, έτρεξε στην άκρη της. Αφού είχε τόση ζωή γύρω του, το νερό δε γινόταν να είναι δηλητηριασμένο και ο Χούμα έσκυψε και γέμισε τη χούφτα του. Ήπιε και το νερό χύθηκε στο πιγούνι του. Ανικανοποίητος, ο ιππότης γονάτισε κι έσκυψε για να πιει κατευθείαν από τη λιμνούλα.
Από το νερό τον κοίταζε το πρόσωπο ενός δράκου.
Αναπήδησε από την όχθη και συνειδητοποίησε ότι το πρόσωπο του δράκου ήταν αντανάκλαση. Σήκωσε τα γουρλωμένα του μάτια. Είχε φτάσει στον προορισμό του.
Ένας πελώριος πέτρινος δράκος, έξι φορές το μπόι του, αγκάλιαζε τη λιμνούλα και ο Χούμα είδε ότι κάποτε στην απέναντι όχθη υπήρχε και το ταίρι του. Από το άγαλμα του δεύτερου δράκου απόμενε μονάχα το βάθρο κι ένα μέρος του κεφαλιού. Και οι δύο φαίνονταν σκαλισμένοι σε μάρμαρο ή κάποιο παρόμοιο πέτρωμα.
Αυτός που στεκόταν ακόμα όρθιος φαινόταν για ασημένιος δράκος, ενώ ο σπασμένος πρέπει να ήταν χρυσός.
Ο Χούμα ήπιε νερό με την ψυχή του. Όταν ξεδίψασε, κοίταξε ίσια μπροστά του και είδε μια είσοδο κρυμμένη μέσα στα μπλεγμένα φυτά, διανοιγμένη στην κυριολεξία μέσα στο ίδιο το βουνό. Πλησίασε και την κοίταξε προσεκτικά. Γύρω από το άνοιγμα υπήρχαν ανάγλυφες μικροσκοπικές φιγούρες, που οι πιο πολλές ήταν σβησμένες από τον αέρα. Μερικές, προστατευμένες από τις πυκνές φυλλωσιές, ήταν ακόμα αναγνωρίσιμες – σαν σαφή σχήματα τουλάχιστον. Ο Χούμα θα ήθελε απεγνωσμένα να ξέρει τι σήμαιναν αυτά τα σύμβολα.
Παραμερίζοντας τις πυκνές κληματόβεργες έριξε μια ματιά στο εσωτερικό. Πρέπει να ήταν σκοτεινά μέσα, αλλά και πάλι διέκρινε μια αμυδρή φεγγοβολή. Λες και κάποιος είχε ανάψει δαυλούς για να του δείξει το δρόμο, σκέφτηκε ανήσυχος.
Μ’ ένα στεναγμό παραίτησης, διάβηκε την είσοδο του βουνού περιμένοντας να βρει ένα υγρό και μουχλιασμένο στόμιο σπηλιάς. Αντί γι’ αυτό, ήταν σαν να είχε μπει σε μια αίθουσα συμβουλίου στο Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ. Η είσοδος ήταν ζεστή, δίχως υγρασία, ενώ οι τοίχοι και η οροφή ήταν λείοι.
Χρειάστηκε κάμποση ώρα να διασχίσει τον άδειο διάδρομο, με την προσοχή του εστιασμένη στο τρεμάμενο φως μπροστά του. Διάβηκε και τα τελευταία μέτρα του διαδρόμου. Καθυστερημένα, θυμήθηκε το σπαθί του και το έβγαλε τουλάχιστον από το θηκάρι. Ο διάδρομος οδηγούσε σε μια μεγάλη αίθουσα που κάποτε ήταν η σάλα κάποιου σπουδαίου βασιλιά ή αυτοκράτορα – έτσι του φάνηκε. Ήταν ψηλοτάβανη. Μια φυσική σπηλιά σκαλισμένη με απόλυτη τελειότητα. Το φως προερχόταν όντως από δαυλούς και ο Χούμα αναρωτήθηκε ποιος να τους είχε ανάψει.
Μεταλλικά αγάλματα αρματωμένων ιπποτών στέκονταν κατά μήκος των τοίχων. Ήταν άψυχα – και πολύ ζωντανά. Θα μπορούσαν σχεδόν να είναι φρουροί που κοιμούνταν μέχρι να χρειαστούν ή νεκροζώντανοι με διαταγή να σκοτώσουν τον όποιο πάρε ίσακτο.
Ο Χούμα πήγε στο κέντρο της αίθουσας και κοίταξε το πάτωμα. Εκείνη τη στιγμή διέκρινε το σχήμα που ήταν χαραγμένο στην πέτρα. Του έδωσε πάνω απ’ όλα κουράγιο, γιατί ήταν μια πελώρια αναπαράσταση του ίδιου του Πάλανταϊν, του Πλατινένιου Δράκου. Ο δράκος κουλουριαζόταν από τη μια άκρη της αίθουσας μέχρι την άλλη και αν ο ιππότης ήταν σε θέση να κρίνει σωστά, ήταν κατασκευασμένος από πλατίνα. Ο Χούμα θαύμασε την περίτεχνη εργασία.
Η ματιά του πλανήθηκε μέχρι το μοναδικό έπιπλο της σπηλιάς – έναν ψηλό θρόνο, σκαλισμένο σε ξύλο που όμοιο του δεν είχε ξαναδεί, ένα ξύλο που έλεγες πως έφεγγε ολοζώντανο. Οι άκρες του θρόνου ήταν στολισμένες με πετράδια, που και αυτά έλαμπαν από το φως των δαυλών.
Παιδιάστικος θαυμασμός τον συνεπήρε καθώς διέσχιζε την αίθουσα. Πρόσεξε ότι οι πανοπλίες των ιπποτών ήταν διαφόρων τύπων, σαν αυτές που φορούσαν μέσα στους αιώνες. Άνοιξε μερικές προσωπίδες και κοίταξε μέσα τους, αλλά δε βρήκε παρά σκόνη.