Τελικά απόμεινε όρθιος να ευχαριστεί τον Πάλανταϊν που του επέτρεψε να ψτάσει μέχρι εκεί. Προσευχήθηκε επίσης στην Τριανδρία να φυλάει τους δυο συντρόφους του, κι ας ήταν τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους. Ύστερα γονάτισε ευλαβικά μπροστά στο θρόνο.
Ωστόσο η αγρύπνια του διακόπηκε πριν καν αρχίσει. Ένας ήχος σαν σφυροκόπημα μετάλλου πάνω σε μέταλλο αντήχησε από έναν σκοτεινό διάδρομο. Ο Χούμα σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε γύρω του προσπαθώντας να διακρίνει από ποιο διάδρομο ερχόταν ο θόρυβος.
Ενώ στεκόταν, το σφυροκόπημα έσβησε και ο Χούμα δεν μπόρεσε να καταλάβει την προέλευσή του. Θυμήθηκε πού είχε ακούσει παρόμοιο θόρυβο – στο Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ.
Ήταν ο ήχος της βαριάς σφύρας που σφυρηλατούσε το καυτό μέταλλο στο σιδηρουργείο.
Κεφαλαίο 16
Ένα σιδηρουργείο. Ο Χούμα αναρωτήθηκε τι να σήμαινε αυτό. Περίμενε διάφορα εκεί που βρισκόταν, αλλά όχι και ένα σιδηρουργό επί το έργον. Και αν ήταν έτσι, ποιος κρατούσε τη σφύρα; Φαντάσματα από το παρελθόν; Ίσως τελικά οι νάνοι να μην είχαν εγκαταλείψει αυτό το μέρος. Τα μάτια του γύρισαν στο θρόνο και ανακάλυψε πως δεν ήταν πια μόνος. Η πρώτη του σκέψη ήταν πως είχε επιστρέψει ο γκρίζος άντρας, γιατί ο μανδύας και η κουκούλα που τον κάλυπταν ολότελα ήταν το ίδιο μουντά. Αλλά ο καινούριος επισκέπτης ήταν πολύ πιο λεπτός.
«Ήρθες.» Η φωνή ήταν σιγανή και ο μανδύας την έπνιγε σχεδόν, αλλά ήταν πράγματι γυναικεία. Λεπτά, γυναικεία χέρια ξεπρόβαλαν από τα κυματιστά μανίκια του μανδύα και η γυναίκα τα σήκωσε κι έπιασε την κουκούλα. Την τράβηξε αργά, αποκαλύπτοντας μακριά, πυκνά, χυτά μαλλιά και ένα πρόσωπο που τρόμαξε όσο και ξάφνιασε τον ιππότη, γιατί το γνώριζε και το λαχταρούσε.
«Γκουίνεθ»
Του χαμογέλασε. «Σκεφτόμουν ότι μπορεί και να με ξέχασες.»
«Ποτέ.»
Το χαμόγελο έγινε πιο πλατύ και ύστερα χάθηκε απότομα. «Το ήξερα πως θα ήσουν εσύ. Την πρώτη φορά που έπεσαν πάνω σου τα μάτια μου στο… Τότε που πάλευες ενάντια στο τραύμα που σου σκότωνε το μυαλό. Ναι, η πληγή σου ήταν πολύ χειρότερη από όσο νομίζεις. Δεν είχαν σπάσει κόκαλα, αλλά το μυαλό σου… Αν δε σε φρόντιζαν τόσο γρήγορα οι θεραπευτές, θα είχες χάσει το μυαλό σου για πάντα.»
«Πάλανταϊν» ψιθύρισε ξέπνοα. Να μείνει κουφός, μουγκός, τυφλός ή και χειρότερα. «Γκουίνεθ. Τι είναι αυτό το μέρος;»
«Πες το δώρο αγάπης. Το έχτισαν κάποιοι που είχαν βαθιά αγάπη για τον Πάλανταϊν και τον οίκο του. Δεν ήθελαν τίποτα σε αντάλλαγμα. Ήταν υπέροχο στην εποχή του.» Είχε μια ένταση όταν μιλούσε – λες και βρισκόταν εκεί, στο παρελθόν.
«Αυτό είναι το μέρος που έψαχνε ο Μάτζιους;»
«Κατά μία έννοια. Ο φίλος σου παραμένει καλός άνθρωπος, Χούμα, παρά την εμμονή του. Αυτή όμως μπορεί να τον καταβροχθίσει. Είτε το πιστεύει είτε όχι, το μέλλον που αντίκρισε στη διάρκεια της Δοκιμασίας του δεν ήταν παρά μια πολύπλοκη επινόηση. Οι Δοκιμασίες έχουν σκοπό να τονίζουν τις μεγαλύτερες αδυναμίες κάποιου – και πολύ φοβάμαι ότι δεν την πέρασε τόσο εύκολα όσο είχε ελπίσει το Συμβούλιο.»
«Τότε όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με όσα είπε.»
Η Γκουίνεθ φάνηκε να ξαφνιάζεται. «Ω, μα έχουν! Η ιδέα αυτού του μέρους περνάει αιώνες τώρα στους ανθρώπους, από τον καιρό του πρώτου πολέμου με τη δρακοβασίλισσα. Δεν έχει αλλάξει πολύ. Το Συμβούλιο γνώρισε το “εγώ” του μαθητή του, του Μάτζιους. Το μεγαλύτερο σφάλμα του παιδικού σου φίλου είναι ότι –όπως τα ξωτικά– βλέπει κι εκείνος τον εαυτό του σαν τη δύναμη που θα σώσει τον κόσμο. Τι μεγαλύτερη Δοκιμασία γι’ αυτόν από το να τον κάνεις να αποτύχει στο σπουδαιότερο σκοπό του!»
Ο Χούμα επεξεργαζόταν τα λόγια της σιωπηλός. Τελικά τη ρώτησε «Κι εγώ; Ο Μάτζιους φαινόταν να πιστεύει πως είμαι σημαντικός για την αλλαγή του μέλλοντος του.»
«Είσαι σημαντικός, αλλά όχι με τον τρόπο που νομίζει εκείνος. Αυτό που ψάχνουμε είναι ένας άντρας ή μια γυναίκα που να ενσαρκώνει όλα όσα προσπάθησε να διδάξει τον κόσμο ο Πάλανταϊν. Μερικοί βρέθηκαν κοντά, αλλά στο τέλος απέτυχαν.» Ο Χούμα γούρλωσε τα μάτια και η Γκουίνεθ τού έγνεψε –θλιμμένα-καταφατικά. «Δεν είσαι ο πρώτος που έρχεται εδώ, Χούμα. Προσεύχομαι στον Πάλανταϊν να είσαι εσύ ο εκλεκτός. Αν δεν επρόκειτο να υποφέρει ο ίδιος ο Κριν, θα σου έλεγα να φύγεις αποδώ πριν να είναι πολύ αργά.»
Ο ιππότης σφίχτηκε. «Ακόμη κι αν μου το έλεγες, εγώ δε θα έφευγα. Δεν μπορώ. Είμαι πάντα αυτός που είμαι.»
«Τόσο σημαντική είναι για σένα η Ιπποσύνη;»
«Όχι η Ιπποσύνη. Αυτό που διδάσκει.» Ποτέ άλλοτε δεν το είχε σκεφτεί έτσι.
Η Γκουίνεθ φάνηκε ευχαριστημένη, αλλά είπε απλά «Μακάρι να υπήρχαν και άλλοι σαν και σένα – έστω και ιππότες.»
«Γκουίνεθ, που είναι ο Καζ και ο Μάτζιους;»
«Θα τους προσέχουμε. Μην ανησυχείς, Χούμα.» Σώπασε. «Νομίζω πως είναι καιρός να αρχίσουμε.»