Выбрать главу

«Ν’ αρχίσουμε;» Ο Χούμα κοίταξε γύρω του περιμένοντας σχεδόν να γεμίσει η αίθουσα με μάγους, έτοιμους να κάνουν κάποια τελετή. Αντί γι’ αυτό, η Γκουίνεθ κατέβηκε από το θρόνο και προχώρησε προς το μέρος του. Αν και ήταν ανέκφραστη και ντυμένη απλά, φαινόταν πιο όμορφη από όσο ήταν ποτέ δυνατόν. Σε σύγκριση με κείνη, η νύμφη του Μπουόρον ωχριούσε.

Για μια στιγμή μονάχα φάνηκε να ταλαντεύεται κάτω από το βλέμμα του. Ο Χούμα προσπάθησε μάταια να καταλάβει τι σήμαινε αυτός ο δισταγμός. Όταν η Γκουίνεθ δεν ήταν παρά έναν πήχη μακριά του, του έδειξε τους σκοτεινούς διαδρόμους.

«Διάλεξε όποιον θέλεις.»

«Και τι θα συμβεί;»

«Θα τον περπατήσεις. Το τι θα συμβεί μετά εξαρτάται από σένα. Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι ότι πρέπει να αντιμετωπίσεις τρεις προκλήσεις. Λένε ότι μέρος της κάθε πρόκλησης είναι δημιούργημα ενός μέλους της Τριανδρίας, αν και καμία πρόκληση δεν αντιπροσωπεύει ένα μόνο θεό, ακριβώς όπως και ο άνθρωπος είναι το άθροισμα των μερών του και όχι οι ξεχωριστές ιδιότητες που υπάρχουν ανεξάρτητα η μία από την άλλη.»

Ο Χούμα μελέτησε τον κάθε διάδρομο για πολλή ώρα. Αν ήταν να προχωρήσει, έπρεπε να έχει πίστη στον Πάλανταϊν και να ελπίζει ότι έκανε τη σωστή εκλογή.

Έκανε ένα βήμα προς το διάδρομο της επιλογής του, αλλά η Γκουίνεθ του έπιασε το μπράτσο. «Περίμενε.»

Τον φίλησε απαλά. «Είθε να σε προστατεύει ο Πάλανταϊν. Εσύ δε θέλω να αποτύχεις.»

Δε βρήκε να πει τίποτα κατάλληλο να της πει κι έτσι έκανε απότομα μεταβολή και προχώρησε προς το διάδρομο. Ήξερε πως αν κοίταζε πίσω του και την έβλεπε ακόμα εκεί, μπορεί να έμπαινε στον πειρασμό να μείνει. Επίσης ήξερε πως, αν έμενε, δε θα συγχωρούσε ποτέ τον εαυτό του.

Ο διάδρομος που είχε επιλέξει φαινόταν σαν φυσική σπηλιά. Εδώ κι εκεί στένευε, αναγκάζοντάς τον είτε να σκύβει είτε να προχωρεί με το πλάι. Επίσης, ήταν πάρα πολύ μακρύς και σχεδόν βουτηγμένος στο σκοτάδι.

Σε λίγο το πέρασμα άρχισε να αχνοφέγγει με ένα δικό του φως, ένα φως που προερχόταν από τους τοίχους τους ίδιους. Ο Χούμα στάθηκε για να μελετήσει το φαινόμενο. Είχε ακούσει ιστορίες για τέτοιας λογής φως.

Η φεγγοβολή των τοίχων τού έδωσε μια ιδέα. Έσπασε ένα κομμάτι βράχου με τη λαβή του σπαθιού του και το έβαλε, έτσι καθώς λαμπύριζε, στο πουγκί της ζώνης του.

Μια κραυγή που σου ξέσκιζε τ’ αυτιά και τράνταζε τη γη τον έριξε στο έδαφος. Κομμάτια βράχου τον κάλυψαν. Ήταν η ίδια κραυγή που είχε ακούσει και στο πέρασμα. Ήξερε πλέον την πηγή της: ίσια μπροστά. Και ίσια μπροστά ήταν το μόνο μέρος όπου μπορούσε να πάει γιατί, όμοια με το μονοπάτι, έτσι και ο διάδρομος πίσω του δεν ήταν παρά ένας πέτρινος τοίχος.

Με το σπαθί και την ασπίδα έτοιμη, προσχώρησε προς την κατεύθυνση του ήχου.

Βγήκε από το διάδρομο, για να μπει σ’ έναν άλλο. Αυτός χώριζε σε τρεις κατευθύνσεις και το πλάσμα μπορούσε να βρίσκεται σε οποιαδήποτε. Ο Χούμα ίσιωσε νευρικά το κορμί του στενοχωρημένος. Η κραυγή αντηχούσε σε ολόκληρο το σύμπλεγμα των σπηλαίων. Μπορούσε να είναι ώρες μακριά, σε κάποια σκοτεινή αίθουσα. Θα μπορούσε να βρίσκεται ακόμα και πίσω του.

Έχοντας αυτή τη σκέψη στο μυαλό, μετατόπισε τα πόδια του –μα δε βρήκε σταθερό έδαφος. Με μια μεταλλική κλαγγή, ο Χούμα άρχισε να πέφτει.

Κούνησε το κεφάλι του για να καθαρίσει το μυαλό του και κοίταξε τη σκοτεινή λιμνούλα με το υγρό, όπου είχε γλιστρήσει. Βύθισε το δάχτυλό του μέσα του και το έφερε κοντά στα μάτια του για να το δει καλύτερα. Για τόσο μικρή λακκούβα, βρομούσε απαίσια. Ο Χούμα διαπίστωσε με φρίκη ότι η ουσία έτρωγε το σιδερένιο του γάντι. Σκούπισε τη βρομερή ουσία στο βράχο, που έδειχνε να την αντέχει καλύτερα.

«Χιιιθθθ.»

Στην αρχή ακούστηκε σαν γέλιο – χαιρέκακο γέλιο. Ο Χούμα σηκώθηκε όρθιος, αλλά και πάλι δεν μπορούσε να καταλάβει από ποια από τις τρεις σήραγγες ερχόταν η φωνή. Και, ακούγοντάς το να επαναλαμβάνεται, κατάλαβε πως δεν ήταν γέλιο.

Ήταν ανάσα.

Κάτι απίστευτα μεγάλο (εκτός κι αν οι αίθουσες πολλαπλασίαζαν τον ήχο) καραδοκούσε εκεί κοντά.

Αν και μπορεί να ήταν ασφαλέστερο να παραμείνει στη θέση του, ο Χούμα δεν είχε καμία διάθεση να το κάνει. Επέλεξε τον κεντρικό διάδρομο και άρχισε να τρέχει.

Από φυσική άποψη, ήταν ολόιδιος με τον προηγούμενο. Ο Χούμα αναρωτήθηκε πώς ένα τόσο μεγάλο πλάσμα μπορούσε να κινηθεί μέσα σε τόσο στενά όρια. Ακόμα και ο ίδιος δυσκολευόταν.

Αυτή η σήραγγα τον οδήγησε σε μια άλλη που έμοιαζε ολότελα με τις δυο προηγούμενες. Οι σπηλιές σχημάτιζαν ένα λαβύρινθο, με τον Χούμα σε ρόλο διαγωνιζόμενου και επάθλου, ταυτόχρονα, σε ένα υποχθόνιο και επικίνδυνο παιχνίδι.

Καθώς προχωρούσε, πρόσεξε ένα σκούρο υγρό να κυλάει κάτω από τα πόδια του και μια ζέστη να βγαίνει από πολλούς διαδρόμους. Η ζέστη είχε μια θειώδη μυρωδιά που, κατά τον Χούμα, σήμαινε την ύπαρξη μιας σήραγγας που οδηγούσε ίσια στην πυρακτωμένη καρδιά του βουνού. Είχε ακούσει για βουνά σαν αυτό, και ευχόταν να μην εκραγεί όσο βρισκόταν στα σπλάχνα του.