«Χχχιιιθθθ.»
Κόλλησε με την πλάτη πίσω από μια γωνία. Είτε ήταν ηχώ είτε όχι, κατάλαβε ότι απείχε λίγα λεπτά μονάχα από το άλλο πλάσμα. Αυτό φαίνεται πως το είχε καταλάβει κι εκείνο, γιατί γέλασε τρελά – ολότελα τρελά. Όταν έσβησε το γέλιο, το πλάσμα μίλησε με αργή, μπάσα φωνή.
«Ανθρωπάκι. Σε μυρίζω, ανθρωπάκι. Μυρίζω τη ζέστη του κορμιού σου, την πικρή κρυάδα της μεταλλικής σου πανοπλίας. Μυρίζω τους φόβους σου.»
Ο Χούμα δεν είπε τίποτα, αλλά υποχώρησε σιωπηλά στο διάδρομο από όπου είχε έρθει. Δεν ήθελε να αντιμετωπίσει κάτι τόσο μεγάλο σαν αυτό τον κάτοικο των σηράγγων, παρά μόνο σ’ ένα μέρος όπου θα μπορούσε να ελιχθεί.
«Καλώς ήρθες στον Γουιρμφάδερ, ανθρωπάκι.»
Φαίνεται πως η ακοή του Γουιρμφάδερ ήταν εξαιρετική, γιατί σφύριζε δυνατά κάθε φορά που κουνιόταν ο Χούμα, που τον άκουγε να τρίβεται στα τοιχώματα μιας σήραγγας.
Ο ιππότης μπήκε σ’ έναν ανοιχτό διάδρομο που έλπιζε ότι έκανε κύκλο κι ερχόταν πίσω από τον Γουιρμφάδερ. Τα σφυρίγματα λες κι έρχονταν από παντού ολόγυρά του. Οι διάδρομοι φαίνονταν ατελείωτοι.
Το σφύριγμα κόπηκε απότομα και ο Χούμα κοκάλωσε. Ακολούθησε σιωπή για κάμποσα λεπτά, με εξαίρεση το τρελό σφυροκόπημα της καρδιάς του ιππότη. Ύστερα το σύρσιμο άρχισε ξανά, καθώς ο Γουιρμφάδερ ακούστηκε να απομακρύνεται από τον Χούμα.
Αυτός συνειδητοποίησε ότι η σχετική ολισθηρότητα των τοιχωμάτων των σηράγγων οφειλόταν στο συνεχές τρίψιμο του διώκτη του πάνω τους.
Ο βραχνός, μακρόσυρτος ήχος έσβησε και ο Χούμα άρχισε να συλλογίζεται. Προχώρησε αθόρυβα στη σήραγγα. Αν κατάφερνε να βγει από το λαβύρινθο…
Άγριο γέλιο – και το πέρασμα πήρε φωτιά!
Ο Χούμα δεν είχε άλλη επιλογή παρά να το βάλει στα πόδια. Ο Γουιρμφάδερ ήξερε πού βρισκόταν. Ο Χούμα παράτησε κάθε ιδέα μυστικότητας κι άρχισε απλώς να τρέχει με όλη του τη δύναμη προς τον πλησιέστερο διάδρομο.
Άλλη μια έκρηξη φωτιάς τον έβγαλε από το πέρασμα. Πώς μπορούσε να κινείται τόσο γρήγορα ο Γουιρμφάδερ; Τι ήταν ο Γουιρμφάδερ;
Ούτε που μέτρησε πόσα περάσματα πέρασε τρέχοντας ούτε πόσες φορές το γέλιο του κατοίκου των σηράγγων τον προειδοποίησε την τελευταία στιγμή, πριν του γλείψει η φωτιά τα μουστάκια.
Τρέχοντας σαν τρελός, ο Χούμα στην αρχή δεν πρόσεξε το φαρδύ άνοιγμα στα αριστερά του. Αφού το πέρασε, συνειδητοποίησε ότι ήταν κάτι διαφορετικό από διάδρομος. Σταμάτησε απότομα μένοντας ακίνητος.
Προς το παρόν το κακόβουλο σφύριγμα του Γουιρμφάδερ ήταν μακριά, αν και ο Χούμα ήξερε καλά ότι αυτό μπορούσε να αλλάξει από στιγμή σε στιγμή. Προσεκτικά, ο ιππότης γύρισε μέχρι το πλαϊνό πέρασμα κι έσκυψε όσο χρειαζόταν για να κρυφοκοιτάξει μέσα του.
Ο διάδρομος ήταν πολύ κοντός και τελείωνε σε κάτι που έμοιαζε με σπηλιά. Ο Χούμα μπήκε στο καινούριο πέρασμα και προχώρησε αργά.
Η σπηλιά άνοιγε και μεγάλωνε. Έλεγες πως ήταν φτιαγμένη όπως και οι διάδρομοι: από τη συνεχή τριβή κάποιου τεράστιου πλάσματος πάνω στο βράχο.
Αλλά πού ήταν το ίδιο το πλάσμα; Που ήταν ο Γουιρμφάδερ; Ο Χούμα κοίταξε γύρω του. Σε διάφορα επίπεδα έβλεπε εισόδους σηράγγων. Η κοφτερή ματιά του ιππότη ακολούθησε το ανάγλυφο του δαπέδου. Ήταν αρκετά ομαλό για να το περπατήσεις, αν και σε μερικά σημεία γινόταν πολύ απότομο – ειδικά εκεί που υψωνόταν απότομα…
Ο Χούμα βλαστήμησε από μέσα του τη δύσκολη θέση στην οποία βρισκόταν και υποχώρησε στο διάδρομο.
Αυτό που είχε δει, αυτό που αρνιόταν απεγνωσμένα ότι υπήρχε, ήταν μια τεράστια μορφή ερπετού που υψωνόταν από τον πυθμένα της σπηλιάς σαν ένα καταραμένο δέντρο και έστριβε απότομα στο πλάι, συνεχίζοντας μέσα από την απέναντι σήραγγα.
Έβλεπε επιτέλους ένα μέρος από τον Γουιρμφάδερ.
Το κακόβουλο πλάσμα έσφυζε από ζωή και απλωνόταν πέρα από το χάσμα στο κέντρο της σπηλιάς. Το ορατό του μέρος ήταν ένας κορμός ερπετού με διάμετρο διπλάσια από το ύψος του Χούμα. Το κατά τ’ άλλα μουντό, φαιό κορμί του είχε πράσινες και κόκκινες κηλίδες, σαν να ήταν μολυσμένο από κάτι.
Ο κορμός βυθίστηκε απότομα στο χάσμα. Το τρομερό κεφάλι του Γουιρμφάδερ ξεπρόβαλε από το άλλο πέρασμα, τρομάζοντας τον Χούμα με το ξαφνικό του φανέρωμα.
Ο Γουιρμφάδερ ήταν δράκος.
Το τεράστιο ερπετό έκανε όλους τους δράκους που είχε δει –ή ακούσει γι’ αυτούς– να μοιάζουν με νάνους. Το στόμα του Γουιρμφάδερ θα μπορούσε εύκολα να κάνει δυο μπουκιές ένα ζευγάρι άλογα, όσο για έναν άνθρωπο… Τα μακριά, λευκά του δόντια ήταν πάνω-κάτω ίσαμε τον Χούμα και η νευρώδης, διχαλωτή του γλώσσα που μπαινόβγαινε στο στόμα του μπορούσε εύκολα να τον τυλίξει ολόκληρο.