Выбрать главу

Μυρωδιά θειαφιού ήταν διάχυτη παντού και ο Χούμα συνειδητοποίησε ότι το βουνό δεν είχε ζωντανή καρδιά. Η μυρωδιά αναδινόταν από το δράκο.

Ο Χούμα κοκάλωσε βλέποντας το βαρύ κεφάλι να γυρίζει προς το μέρος του. Υπήρχε κάτι παράξενο σ’ αυτό το κεφάλι. Φαινόταν μεγαλύτερο αναλογικά με το λαιμό, που και αυτός με τη σειρά του ήταν υπερβολικά μακρύς για δράκο, απ’ όσο μπορούσε να γνωρίζει ο Χούμα.

Ο ιππότης τον αναγνώρισε κι έμεινε εμβρόντητος. Ο Γουιρμφάδερ ήταν ο δράκος που το άγαλμά του ήταν σκαλισμένο στο κάστρο του Μάτζιους. Αλλά το αγαλματάκι θα έπρεπε να είναι αρχαίο, ακόμα και για τα ξωτικά. Μπορούσε να ζήσει ένας δράκος τόσο πολύ;

Ο Γουιρμφάδερ σφύριξε. Το κεφάλι του ήταν στραμμένο έτσι που δεν ήταν δυνατό να του έχει διαφύγει ο ιππότης, αλλά το θανάσιμο πλάσμα συνέχιζε να ψάχνει τη σπηλιά. Μόνο όταν ο Χούμα το κοίταξε στα μάτια κατάλαβε το λόγο. Ο Γουιρμφάδερ ήταν τυφλός.

Το πλάσμα δεν ήταν κουφό όμως και είχε σίγουρα οξύτατη όσφρηση. Τον είχε προσπεράσει μια φορά. Ο Χούμα αμφέβαλλε αν αυτό θα συνέβαινε και δεύτερη. Ακόμα και τώρα, το μακρύ ρύγχος φαινόταν σαν να ερευνούσε περιοχές από τις οποίες είχε ήδη περάσει. Ο δράκος θα έβρισκε τον Χούμα από στιγμή σε στιγμή, εκτός κι αν αποφάσιζε να αποσύρει το κεφάλι του μέσα σε κάποιο διάδρομο.

Λες και σκεφτόταν το ίδιο πράγμα, ο Γουιρμφάδερ μίλησε. Τα λόγια του έκαναν ολόκληρη την τεράστια σπηλιά να τρέμει. «Είσαι και πονηρός. Χαίρομαι γι’ αυτό. Έχει περάσει τόσος καιρός από τότε που είχα έστω και ελάχιστα δύσκολο αντίπαλο. Οι άλλοι ήταν τόσο εύκολοι.»

Το κεφάλι ταλαντεύτηκε κοντά στον Χούμα. Τεράστια ρουθούνια άνοιξαν σαν σπηλιές καθώς ο δράκος μύριζε τον αέρα για να τον βρει.

«Μυρίζω πάνω σου το μίασμα του Πάλανταϊν. Του Χάμπακουκ. Της χειρότερης απ’ όλους τους θεούς του Φωτός, της δεσμοφύλακά μου της αναθεματισμένης, της Κίρι-Τζόλιθ!»

Όσο κρατούσε το ξέσπασμα του δράκου, ο Χούμα ούτε κινήθηκε, ούτε καν ανάσανε. Το θηρίο τού είχε μιλήσει για τη συνάντησή του μ’ έναν τουλάχιστον από τους θεούς που ευθύνονταν για τη δημιουργία της Ιπποσύνης. Μια συνάντηση που, όπως φαινόταν, είχε κάνει ζημιά στο δράκο.

«Για το θησαυρό μου ήρθες; Κανένας δράκος δεν έχει μαζέψει μεγαλύτερο. Ακόμα κι έτσι παγιδευμένος όπως είμαι, και πάλι έχω τρόπους να τον μαζέψω. Αχ!» Τα τεράστια σαγόνια σχημάτισαν ένα μακάβριο, φιδίσιο χαμόγελο. «Ίσως είναι ο καθρέφτης αυτό που ζητάς! Ναι, ο καθρέφτης αξίζει όσο όλα τα υπόλοιπα!»

Όση ώρα μιλούσε, ο Γουιρμφάδερ οσφραινόταν τη σπηλαιώδη αίθουσα ολόγυρά του, ψάχνοντας να βρει τον Χούμα.

Ένας ήχος σαν μέταλλο που τρίβεται πάνω σε μέταλλο ακούστηκε μέσα στην αίθουσα. Ο Χούμα αντέδρασε ενστικτωδώς, σκεπάζοντας τ’ αυτιά του, ενώ ο ήχος τού σφυροκοπούσε το μυαλό. Ήταν και πάλι η σφύρα. Η σφύρα του σιδηρουργού.

Αν το σφυροκόπημα ενόχλησε τον Χούμα, τον Γουιρμφάδερ τον έκανε έξαλλο από θυμό. Ο δράκος πρόσθεσε στο θόρυβο και τις δικές του τσιρίδες. Βρισιές, φωνές, απειλές. Όλων των λογιών οι λέξεις βγήκαν σαν χείμαρρος από το στόμα του. Από τα σαγόνια του έσταζε αφρός.

«Βασίλισσά μου! Γιατί τους αφήνεις να με βασανίζουν; Δεν άντεξα τόσες και τόσες χιλιετίες που έγιναν σκόνη; Πρέπει να υποφέρω και το ατέλειωτο σφυροκόπημα αυτού του σιδηρουργού; Με εγκατέλειψες, Μεγάλη Τακίσις;»

Από την άλλη άκρη της αίθουσας ένας διάδρομος φωτίστηκε λαμπρότερα από τους άλλους. Ο Γουιρμφάδερ είχε αναφέρει το θησαυρό του και πώς κατόρθωνε να βρίσκει και άλλους ακόμα και σε αυτό το μέρος. Δεν μπορούσε να υπάρχει και κάτι χρήσιμο σ’ αυτό το θησαυρό; Ένα όπλο, ίσως, πιο θανατηφόρο από το σπαθί του Χούμα, που φαινόταν τόσο ασήμαντο; Ήταν βέβαια μια απελπισμένη σκέψη. Ενώ το θηρίο ξανάρχιζε να μουγκρίζει, ο Χούμα έτρεχε κιόλας.

Ο ήχος των βημάτων του στο πέτρινο δάπεδο σήμανε συναγερμό για τον Γουιρμφάδερ, αλλά το σφυροκόπημα τον εμπόδιζε να εντοπίσει με ακρίβεια το μικροσκοπικό άνθρωπο. Γεμάτος θυμό, ο δράκος βρυχήθηκε εξαπολύοντας φλόγες από τα ρουθούνια του.

Ο Χούμα βούτηξε στο διάδρομο. Ο δράκος είχε αναφέρει ένα πολύ σημαντικό καθρέφτη. Ο Χούμα θυμήθηκε τον καθρέφτη της νύμφης, εκείνον που χρησιμοποιούσε για να βλέπει τα όνειρα των άλλων. Μήπως είχαν κάποια σχέση; Ο δικός της όμως δεν ήταν παρά ένας τρόπος να συλλαμβάνει τα ξένα όνειρα. Ίσως ετούτος εδώ να είχε διαφορετικές ιδιότητες.

Ο Γουιρμφάδερ συνέχιζε να χτυπιέται και να εξαγριώνεται στο άκουσμα της σφύρας.

Ο Χούμα προχώρησε στο διάδρομο φοβούμενος πως είχε πέσει σε σφάλμα. Το μόνο που μπορεί να έβρισκε ήταν χρυσός και πετράδια, άχρηστα εκείνη τη στιγμή. Μπορεί να μην υπήρχε τίποτα.