Выбрать главу

Ο Χούμα έπεσε και τα μάτια του είδαν στιγμιαία σε τι φρικτό πράγμα είχε σκοντάψει. Ένα τσακισμένο κρανίο του μόρφαζε, ενώ ένα εξαρθρωμένο χέρι τον έδειχνε κοροϊδευτικά. Τα τσαλακωμένα απομεινάρια μιας πανοπλίας τύλιγαν το μεγαλύτερο μέρος των πλευρών του. Ο Χούμα κατάφερε να κυλήσει πέφτοντας, αν και η σύγκρουση τον αναστάτωσε.

Σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε θλιμμένα το απομεινάρι του σκελετού. Ήταν πολύ παλιός και η πανοπλία ήταν σχεδόν ολότελα σκουριασμένη. Υπήρχαν όμως κάποια ορατά σημάδια – και ο Χούμα, με μια έξαψη όλο φρίκη, έδιωξε τη σκόνη από το θώρακα και διέκρινε το έμβλημα ενός Ιππότη του Ρόδου.

Μια προσευχή ανέβηκε αυτόματα στα χείλη του. Εκεί κειτόταν ένας ιππότης που είχε καταφέρει να φτάσει τόσο μακριά μόνο και μόνο για να χαθεί.

Για να χαθεί.

Όπως ίσως και ο Χούμα.

Αν και η σκέψη τού ήρθε απρόσκλητη, ο ιππότης συνειδητοποίησε τον καινούριο κίνδυνο. Το σφυροκόπημα είχε σταματήσει απότομα, όπως είχε αρχίσει. Ο Χούμα προχώρησε μερικά βήματα σχεδόν χωρίς να το καταλάβει και κόντεψε να πέσει πάνω σ’ έναν τεράστιο σωρό από τιμαλφή.

Υπήρχαν άφθονα νομίσματα, χρυσά και ασημένια, περισσότερα απ’ όσα είχε δει ποτέ στη ζωή του. Έλαμπαν σχεδόν εκστατικά. Μαζί τους υπήρχαν διάφορα σπάνια αντικείμενα, πολλά ανεκτίμητα πετράδια και όλα υπέροχα. Περιδέραια από μεγάλα, τέλεια μαργαριτάρια. Αγαλματίδια από κάποιο είδος κρυστάλλου, ίσως από σμαράγδι ή νεφρίτη. Πανοπλίες που νόμιζες πως είχαν σφυρηλατηθεί μόλις χτες, κάποιες τόσο λαμπερά στολισμένες που ήταν σαν να είχαν φτιαχτεί για πανίσχυρους αυτοκράτορες, οι οποίοι μπορούσαν να πληρώσουν τέτοιους τεχνίτες και τόσα στολίδια. Υπήρχαν ακόμα και όπλα, αν και τα περισσότερα ήταν άχρηστα, μια και ήταν σχεδιασμένα πιο πολύ σαν ακριβά διακοσμητικά παρά για κανονική χρήση.

Εξέτασε βιαστικά την αίθουσα με την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή. Όλα αυτά που υπήρχαν μπροστά του θα τα αντάλλαζε ευχαρίστως με ένα απλό όπλο, ικανό να νικήσει τον τεράστιο ένοικο της σπηλιάς.

«Πού κρύφτηκες, ανθρωπάκι;»

Ο Χούμα σφίχτηκε. Ο Γουιρμφάδερ βρισκόταν πολύ κοντά του. Από στιγμή σε στιγμή ο διάδρομος μπορεί να γέμιζε φλόγες.

«Ο σιδηρουργός σε εγκατέλειψε, Ιππότη της Σολάμνια! Ναι, τώρα ξέρω ποιος είσαι. Μπορώ να μυρίσω πάνω σου το μίασμα των Τριών εντονότερα από πριν. Είσαι Ιππότης της Σολάμνια, αληθινός πιστός, όχι σαν τους προηγούμενους. Εκείνοι νόμιζαν πως πίστευαν, αλλά απλώς προσποιούνταν. Εσύ όμως διαφέρεις. Αναρωτιέμαι τι γεύση να έχεις.»

Σκουριασμένα πολεμικά τσεκούρια. Σπαθιά με πετράδια κατάλληλα μόνο για τελετές. Αυτός δεν μπορεί να ήταν ο τεράστιος θησαυρός που έλεγε ο δράκος, εκτός κι αν μέσα στην τρέλα του ο Γουιρμφάδερ τον είχε απλώς ονειρευτεί.

Αλλά και τον καθρέφτη μαζί;

«Τώρα σ’ έπιασα!»

Ο Χούμα άκουγε το γλίστρημα και το σύρσιμο του πελώριου κεφαλιού που προχωρούσε μέσα στο διάδρομο. Γύρισε απότομα και διαπίστωσε ότι η σχετικά μικρή ποσότητα χρυσού και πετραδιών δεν ήταν παρά το αποτέλεσμα της υπερχείλισης μιας άλλης αίθουσας. Άπλωσε το χέρι του στο ανώτερο σημείο του πολύτιμου σωρού και άρχισε να σκάβει. Όπως το περίμενε, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα το σκάψιμό του αποκάλυψε ένα άνοιγμα. Ήταν μικρό προς το παρόν – κι όσο δούλευε ο ιππότης, αυτό φάρδαινε αργά. Από στιγμή σε στιγμή ο Χούμα περίμενε να νιώσει την καυτή ανάσα του δράκου στην πλάτη του. Η προσπάθεια τον είχε κουράσει. Οι συγκεντρωμένοι θησαυροί τού έκοβαν συνέχεια το δρόμο. Βλαστήμησε σιγανά καθώς καινούρια νομίσματα και καλλιτεχνήματα έπεσαν στη θέση εκείνων που είχε αφαιρέσει. Πήρε βαθιά ανάσα. Το σκάψιμο δεν επαρκούσε. Έδιωξε ένα μάτσο κοσμήματα από το πέρασμα κι άρχισε να σέρνεται μέσα του σαν τυφλοπόντικας.

Είχε θαφτεί κιόλας βαθιά στο σωρό, όταν ένιωσε την καυτή, δύσοσμη ανάσα του δράκου. Εδώ ο Γουιρμφάδερ δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις φλόγες του για να μην καταστρέψει τους θησαυρούς του, γι’ αυτό προσπαθούσε να χώσει ολόκληρο το κεφάλι και το λαιμό του στην αίθουσα με τα τιμαλφή.

Το κεφάλι του θηρίου ξεπρόβαλε από τη γωνία – τη στιγμή ακριβώς που ο ιππότης χανόταν μέσα στην άλλη αίθουσα. Ύστερα από μια στιγμή το πελώριο ερπετό χαμογέλασε όλο κακία και άρχισε να βγαίνει το ίδιο από την αίθουσα.

Στην αρχή ήταν ολοσκότεινα, πράγμα περίεργο ύστερα από τόσους διαδρόμους που έφεγγαν με το δικό τους φως. Ο Χούμα αναρωτήθηκε γιατί ετούτος ο διάδρομος ήταν διαφορετικός.

Μη μπορώντας να δει, σύρθηκε αδέξια προς το τεράστιο σωρό των θησαυρών. Εκεί βέβαια πρέπει να βρισκόταν ο κυρίως θησαυρός, αλλά πώς να βρει οτιδήποτε μέσα στο σκοτάδι; Και υπήρχε τίποτα για να βρει; Κατά κάποιον τρόπο, ένιωθε πως υπήρχε. Αν ήταν μια δοκιμασία, έπρεπε να υπάρχει κάποιος τρόπος να νικήσει το δράκο.