Το χέρι του άγγιξε κάτι που έμοιαζε με λαβή σπαθιού – και ξαφνικά το δωμάτιο φωτίστηκε από ένα φως κάπως πρασινωπό, θαμπό. Ο Χούμα τράβηξε το χέρι του ξαφνιασμένος. Είχε ελπίσει, είχε προσευχηθεί. Εκείνη τη στιγμή, επιτέλους, το είχε βρει. Μόνο… Μόνο που για κάποιο λόγο φοβόταν να το αγγίξει. Λες και κάποιο ένστικτο τον προειδοποιούσε να μην το κάνει.
Άρπαξέ με, σήκωσέ με, χρησιμοποίησέ με. Θα είμαι η πραγματοποίηση των επιθυμιών σου.
Οι λέξεις ακούγονταν καθαρά στο μυαλό του – ξεκάθαρες, γλυκές, σαγηνευτικές.
Προέρχονταν από το ίδιο το σπαθί.
Κεφαλαίο 17
Το χέρι του Χούμα ταλαντεύτηκε λίγους πόντους μονάχα πάνω από το σπαθί. Η λάμψη επέμεινε, αλλά οι λέξεις δεν ακούστηκαν ξανά.
Το σπαθί ήταν εντυπωσιακό. Η λαβή του ήταν λαμπρά στολισμένη με πετράδια – ανάμεσά τους και μια τεράστια πράσινη πέτρα που έδειχνε να είναι η πηγή της φεγγοβολής. Ένας κώδωνας προστάτευε το χέρι όποιου το κρατούσε. Η ίδια η λεπίδα ήταν κοφτερή σαν καινούρια. Η επιθυμία του Χούμα ν’ αγγίξει το σπαθί έγινε σχεδόν ακαταμάχητη. Με ένα τέτοιο όπλο ήταν σίγουρος πως ούτε ο Γουιρμφάδερ δε θα τα έβγαζε πέρα μαζί του.
Ο Γουιρμφάδερ! Ο Χούμα θυμήθηκε το δράκο και η μαγεία χάθηκε. Με το σπαθί… Όχι. Ο ιππότης τραβήχτηκε μακριά του. Δεν ήξερε πώς, αλλά καταλάβαινε ότι το σπαθί ήταν κακόβουλο. Δεν έψαχνε το σύντροφό του. Έψαχνε το δούλο των διαταγών του.
Καθώς απόστρεφε το βλέμμα του από τη λεπίδα, κάτι γυάλισε σε μια γωνιά, αντανακλώντας το φως. Ο Χούμα έτρεξε ανάμεσα στα τιμαλφή και τα νομίσματα για να δει καλύτερα.
Ήταν αυτό που έλπιζε. Ένας σκαλιστός καθρέφτης, διπλάσιος σε μέγεθος από τον ίδιο. Ο καθρέφτης που είχε αναφέρει ο Γουιρμφάδερ. Ο Χούμα θυμήθηκε τα τυφλά μάτια του ενοίκου της σπηλιάς και αναρωτήθηκε πώς χρησιμοποιούσε τον καθρέφτη ένας αόμματος. Ήταν προφανές ότι ο δράκος μάζευε αιώνες ολόκληρους τους θησαυρούς του.
Καθρέφτες. Αυτός ήταν ο τρίτος. Τον ένα τον είχε η νύμφη. Ένας δεύτερος κρεμόταν στο κάστρο του Μάτζιους. Όλοι τους μαγικοί. Τους είχε φτιάξει ο ίδιος άραγε; Μάλλον δε θα το μάθαινε ποτέ.
«Ανθρωπάκι, θέλω να μιλήσουμε.»
Η φωνή του Γουιρμφάδερ πλημμύρισε την αίθουσα και ο Χούμα αναπήδησε. Ξαφνικά η αίθουσα γέμισε μ’ ένα λαμπρό φως και ο Χούμα έβρισε τον εαυτό του που δεν κατάλαβε το σφάλμα του. Δεν υπήρχαν άλλες είσοδοι σ’ εκείνη την αίθουσα γιατί η είσοδος ήταν η οροφή! Εκείνη τη στιγμή ο δράκος παραμέριζε την τεράστια πλάκα που χρησίμευε ως καπάκι του μεγάλου σαν σπίτι σεντουκιού του. Ο Χούμα έψαξε με τα μάτια τους ατέλειωτους σωρούς λαφύρων, προσπαθώντας να βρει κάτι χρήσιμο, διαπιστώνοντας ότι το βλέμμα του γύριζε πεισματικά στην κακόβουλη σμαραγδένια λεπίδα.
«Ανθρωπάκι.» Ο Γουιρμφάδερ ξεφύσησε κι ένα τεράστιο χαμόγελο φώτισε το τρομακτικό του πρόσωπο. «Η μυρωδιά του πλούτου είναι μεθυστική, ε;»
Ο Χούμα ήταν σίγουρος ότι μπορούσε να καλύψει την απόσταση μέχρι το σπαθί σε δέκα δευτερόλεπτα. Είχε τόσο χρόνο;
«Είναι άσκοπο να κρύβεσαι, ανθρωπάκι. Σε βρίσκω με τη μυρωδιά. Μπορώ να σπείρω την καταστροφή σε αυτή την αίθουσα. Αλλά δε χρειάζεται να σε σκοτώσω. Υπάρχει κι άλλος τρόπος.»
Ο Χούμα τεντώθηκε προς το σπαθί. Το τεράστιο κεφάλι τού δράκου στράφηκε προς τον ήχο που παράχθηκε από αυτή την κίνηση.
«Κάνουμε μια συμφωνία, Ιππότη της Σολάμνια; Κάνεις κάτι για μένα, με αντάλλαγμα έναν από τους θησαυρούς μου; Με τα χρόνια έχω μαζέψει μερικά πράγματα που ανήκαν στους αδερφούς σου.»
Ο Χούμα θυμήθηκε το αρχαίο λείψανο που φορούσε το τσακισμένο έμβλημα των Ιπποτών του Ρόδου. Είχε κάνει άραγε και σε κείνον την ίδια προσφορά ο Γουιρμφάδερ; Μήπως επέλεγε την ανταμοιβή του όταν τον σκότωσε ο δράκος;
Μερικά νομίσματα κύλησαν αργά κάτω από τα πόδια του Χούμα και το κεφάλι του δράκου τού έκλεισε ξαφνικά το δρόμο. Ο Χούμα σήκωσε το σπαθί του κοιτάζοντας θλιμμένα το άλλο που βρισκόταν τόσο κοντά του. Μα τόσο κοντά του!
Ο Γουιρμφάδερ μύρισε τον αέρα. «Ένας Ιππότης της Σολάμνια, μα την αλήθεια! Το κρυφτούλι έφτασε στο τέλος του, ανθρωπάκι! Δέχεσαι την προσφορά μου…» τα τεράστια σαγόνια σχημάτισαν και πάλι ένα χαμόγελο «ή πρέπει να δούμε τι άλλο μπορεί να γίνει;»
«Τι θέλεις;»
Το θηρίο τσίτωσε τ’ αυτιά του. «Αααα! Μιλάει κιόλας! Αν λογαριάζω σωστά, έχουν περάσει τριακόσια χρόνια από τότε που τόλμησε να μου μιλήσει ευθέως κάποιος παρείσακτος για άλλο λόγο, εκτός από το να με εκλιπαρήσει! Ύστερα από τόσο καιρό, ακόμα και η δική σου φωνή μου είναι ευχάριστη!»
«Χαίρομαι» είπε ο Χούμα. Δε βρήκε να πει τίποτ’ άλλο.