Το γέλιο που ακολούθησε τον ανάγκασε να βουλώσει τ’ αυτιά του. «Είσαι και γενναίος, ανθρωπάκι!» Το πελώριο ερπετό σήκωσε ψηλά το κεφάλι. «Είμαι ο Γουιρμφάδερ, πρωτότοκος και μεγαλύτερος από τα παιδιά της τρομερής μάνας μου και πρώτος στο κάλεσμά της! Την υπερασπίστηκα ενάντια στους φρικτούς θεούς του Φωτός και των άθλιων οπαδών τους – και έβγαινα πάντα θριαμβευτής! Τόσο μεγάλη και τρομερή ήταν η δύναμή μου, που τελικά αναγκάστηκε να πολεμήσει μαζί μου ακόμα και η ίδια η Κίρι-Τζόλιθ – και το έκανε με τρομερό τρόπο, να το ξέρεις!
Πολεμούσαμε πάνω από ένα χρόνο. Βουνά γεννήθηκαν, ισοπεδώθηκαν και γεννήθηκαν ξανά. Η γη σειόταν από τη μάχη μας, οι θάλασσες τινάζονταν ψηλά. Τελικά έκανα ένα λάθος και η Κίρι-Τζόλιθ με νίκησε. Όμως η νίκη δεν ήταν αρκετή! Από τη ρημαγμένη γη έριξε πάνω μου αυτό το βουνό και μου έκρυψε το χαρμόσυνο ουρανό! Θα γινόμουν, είπε, κομμάτι αυτού του βουνού. Δε θα με έφτανε ούτε το ελαφρύτερο αεράκι. Μόνο, με ειρωνεύτηκε, μόνο ένας από τους αδερφούς της θα μπορούσε να με ελευθερώσει! Μόνο ένας τέτοιος θα μπορούσε να με βγάλει από τη σκλαβιά μου!»
Τα τυφλά μάτια κοίταζαν όλο νόημα τον Χούμα, που άρχιζε να καταλαβαίνει που το πήγαινε ο δράκος.
«Για πολύ καιρό νόμιζα πως εννοούσε κάποιον από τους άλλους θεούς, σαν την ίδια, και ήμουν έξαλλος από οργή. Ύστερα κατάλαβα την πονηριά των λόγων της. Δεν εννοούσε ένα θεό. Ένας πολεμιστής ευθύς και πιστός στον προορισμό του θα έκανε αυτό που δεν μπορούσα να κάνω εγώ και είναι οι Ιππότες της Σολάμνια, γιοι του Πάλανταϊν. Αυτό δεν τους κάνει πνευματικούς αδερφούς της Κίρι-Τζόλιθ;»
Ο Χούμα κοίταζε το λαμπρό σπαθί που ήταν βαθιά θαμμένο μέσα στο σωρό των κοσμημάτων και των νομισμάτων. Μέσα του ένιωθε μια παρόρμηση τόσο δυνατή που παραλίγο να τρέξει προς το μέρος του. Αλλά ξαφνικά, το τρομερό πρόσωπο του Γουιρμφάδερ φανερώθηκε ξανά μπροστά του. Η καυτή θειούχα ανάσα του έτσουξε τα μάτια.
«Ελευθέρωσέ με, Ιππότη της Σολάμνια, και ό,τι θελήσεις είναι δικό σου! Ακόμα και ο καθρέφτης που με υπηρέτησε τόσο πιστά πριν έρθει το σκοτάδι!»
Ο καθρέφτης. Ο Χούμα τον κοίταξε. Αν μπορούσε να μάθει τα μυστικά του… Ξαφνιάστηκε από το ίδιο του το θράσος. «Πώς λειτουργεί; Θα μπορούσα να το σκεφτώ…»
«Πρέπει να σκεφτείς ένα μέρος όπου θες να πας και να ρωτήσεις… Όχι! Λευτέρωσέ με πρώτα!»
Το ίδιο το βουνό τραντάχτηκε από το ξέσπασμα της ξέφρενης οργής του δράκου.
Το σφυροκόπημα άρχισε ξανά, πιο δυνατό – αν ήταν δυνατόν δηλαδή κάτι τέτοιο.
Ο Γουιρμφάδερ ύψωσε το τεράστιο κεφάλι του και τσίριξε «Δε με κοροϊδεύεις ξανά!»
Ο Χούμα έτρεξε προς το σπαθί. Ο δράκος τινάχτηκε μανιασμένος. Τα πελώρια σαγόνια του άνοιξαν και η μακριά, διχαλωτή γλώσσα πετάχτηκε σαν μαστίγιο. Ο Γουιρμφάδερ σκόπευε να κάνει μια μπουκιά το μικροσκοπικό ανθρωπάκι.
Το χέρι του Χούμα έκλεισε γύρω από τη λαβή του σπαθιού. Του έκαψε τη χούφτα, παρ’ όλο που φορούσε γάντια. Παρά τον πόνο, το τράβηξε από το σωρό και το σήκωσε ψηλά, ενεργώντας χάρη στην ικανότητα των αντανακλαστικών του.
Τα σαγόνια του Γουιρμφάδερ έκλεισαν πάνω στον Χούμα, καταπίνοντας τεράστιες ποσότητες θησαυρών. Για μια στιγμή ο ιππότης εξαφανίστηκε μέσα στο στόμα του θηρίου.
Με μια κραυγή πόνου που ράγιζε και πέτρα, ο πανάρχαιος δράκος τραντάχτηκε από ένα σπασμό. Χρυσάφι, ασήμι, αγάλματα, πετράδια κι ένας τσακισμένος Χούμα έπεσαν από το στόμα του. Ο ιππότης έπεσε στους σωρούς των θησαυρών και το δεξί του χέρι τραντάχτηκε ολόκληρο.
Από πάνω, ο Γουιρμφάδερ κουνούσε μπρος-πίσω το κεφάλι, προσπαθώντας να βγάλει το καρφωμένο σπαθί. Μάταιος κόπος. Το κορμί του λειτουργούσε αντανακλαστικά. Το μυαλό του δράκου ήταν νεκρό, καθώς η σμαραγδένια λεπίδα είχε διαπεράσει όλη τη θωράκισή του. Το μόνο που κατάφερναν οι κινήσεις του ήταν να χώνουν το σπαθί όλο και πιο βαθιά.
Ο Χούμα σηκώθηκε όρθιος τη στιγμή που το τεράστιο κεφάλι κατέβαινε για τελευταία φορά. Ακόμα και πεθαμένος, ο Γουιρμφάδερ μπορούσε ένα προκαλέσει το θάνατο του Χούμα. Ο ιππότης προσπάθησε να τον αποφύγει.
Το τεράστιο κρανίο βρόντησε ορμητικά στο έδαφος κοντά στον ιππότη. Εκείνος τινάχτηκε μπροστά μαζί με μια γενναία ποσότητα λαφύρων, με την τελευταία του σκέψη στη Σολάμνια. Το κορμί του χτύπησε τον καθρέφτη…
…και προσγειώθηκε μέσα στις λάσπες ενός μουλιασμένου από τη βροχή τόπου.
Η πρώτη έξαλλη σκέψη του ήταν το σπαθί. Είχε μείνει καρφωμένο στα σαγόνια του νεκρού δράκου. Ο Χούμα έπρεπε να το πάρει πίσω.
Πώς; Επιθεώρησε τη γύρω περιοχή. Το ξάφνιασμά του τον έκανε να παραπατήσει. Ήταν στη Σολάμνια! Πολύ κοντά στο Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ. Ανακάθισε και βύθισε το πρόσωπό του στις παλάμες του. Είχε ανακαλύψει το μυστικό του καθρέφτη. Είχε μεταφερθεί μακριά από τα βουνά – και τους συντρόφους του!