Το δεξί του χέρι ήταν μουδιασμένο και σχεδόν άχρηστο, αλλά δεν ένιωθε να έχει σπάσει κάποιο κόκαλο. Η προσωρινή παράλυση θα περνούσε σε λίγες ώρες. Ο ίδιος και η πανοπλία του ήταν μέσα στη λάσπη. Ψαχούλεψε βιαστικά τη μέση του και αναστέναξε με ανακούφιση. Είχε ακόμα το σπαθί του, όσο ασήμαντο κι αν φαινόταν σε σύγκριση με τον κατακλυσμό δύναμης που ένιωθε σφίγγοντας τη λαβή της σμαραγδένιας λεπίδας. Εκτός και αν…
Του ήρθε μια ιδέα.
Δεν ήταν εύκολο να προσανατολιστεί, αλλά τα λίγα αναγνωρίσιμα ακόμη σημάδια της περιοχής τού έλεγαν ότι βρισκόταν στα νότια του Ακροπυργίου του Βίνγκααρντ. Αν ήταν ηλιόλουστη η μέρα, θα μπορούσε να διακρίνει το ισχυρό κάστρο.
Σκουπίζοντας χωρίς αποτέλεσμα τη λάσπη από το πρόσωπό του, ο Χούμα κίνησε κατά το Βορρά.
Τα σπίτια που προσπέρασε λίγη προστασία θα παρείχαν ακόμα κι ενάντια στα άγρια ζώα, πόσο μάλλον στους ανθρώπους. Οι ξύλινες κατασκευές ήταν ετοιμόρροπες και σάπιες. Οι αχυροσκεπές μόλις που άξιζαν αυτό το όνομα. Υπήρχαν πάρα πολλές τρύπες και ελάχιστα υλικά για να τις κλείσει κανείς. Η λάσπη που χρησίμευε ως συνεκτικό υλικό για τις πέτρες είχε γίνει τόσο υγρή που σε πολλά σημεία οι τοίχοι είχαν γκρεμιστεί ολότελα.
Οι στοιχειωμένες εκφράσεις των κάτισχνων επιζώντων που κατοικούσαν αυτή την παρωδία χωριού τον έκαναν να ανατριχιάσει. Τι έκανε το Ακροπύργιο για αυτή την κατάσταση; αναρωτήθηκε. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν σχεδόν νεκροί. Τα σπίτια τους ήταν κάτι παραπάνω από ερείπια – και ορισμένοι δεν είχαν ούτε σπίτι. Αντί γι’ αυτό, κάθονταν στη λασπωμένη και ρημαγμένη γη και κοίταζαν τη συμφορά ολόγυρά τους.
Ήξερε καλά ότι οι ιππότες δεν μπορούσαν να νοιαστούν για όλους, αλλά και πάλι αγωνιούσε. Παρακαλούσε να βρει καινούριο μέσο μεταφοράς για να επιστρέψει στο βουνό και να αντιμετωπίσει –αν του επιτρεπόταν– ξανά τις ίδιες προκλήσεις. Ανησυχούσε επίσης και για τους δυο συντρόφους του. Τον αναζητούσαν άραγε;
Κοιτάζοντας τη ρημαγμένη γη, ο Χούμα σκεφτόταν ότι οι ιππότες θα μπορούσαν ίσως να βοηθήσουν τους χωρικούς να ξαναφτιάξουν τα χωριά τους, να προστατέψουν με περιπόλους τα δάση τους και να συλλέξουν ίσως –ή και να καλλιεργήσουν– την τροφή τους. Αντιθέτως, δε γινόταν τίποτα.
Κοντοστάθηκε μια στιγμή και σκέφτηκε αυτές τις σχεδόν βλάσφημες ιδέες του. Τι θα έλεγε ο Ρέναρντ αν τον άκουγε; Χαμογέλασε αμυδρά. Μάλλον τίποτα, κατέληξε.
Κάμποσοι χωρικοί ξεπρόβαλαν και τον κοίταξαν με μια ποικιλία εκφράσεων – φόβο, σεβασμό, θυμό και αηδία. Πέντε άντρες του έκοψαν το δρόμο. Ο Χούμα στάθηκε και περίμενε. Οι πέντε άντρες δεν παραμέρισαν.
Αυτός που φαινόταν για αρχηγός τους ήταν ένας ψηλός, μεγαλόσωμος άντρας με αφρόντιστη μαύρη γενειάδα, μαλλιά που αραίωναν, τσακισμένη μύτη και πάνω από εκατό κιλά βάρος, που κάποτε πρέπει να ήταν γεμάτος μυς. Φορούσε το συνηθισμένο λασπωμένο παντελόνι και τη φθαρμένη κάπα του αγρότη. Τα ρούχα του ήταν εντελώς ανεπαρκή για τον κρύο καιρό. Το βαρύ του χέρι έσφιγγε μια σφύρα σιδηρουργού.
«Ρίξε το σπαθί σου, ανθρωπάκο, και δε θα σε πειράξουμε. Τα πράγματά σου θέλουμε, όχι εσένα.»
Ένας αδύνατος νεαρός με αρρωστιάρικη φάτσα, που στεκόταν δίπλα στο μεγαλόσωμο άντρα, γέλασε νευρικά. Ήταν σχεδόν φαλακρός και είχε όλα τα σημάδια κάποιου που επέζησε από το λοιμό – ανάμεσά τους και κάποιο ίχνος τρέλας. Οι άλλοι τρεις ήταν κάτι απερίγραπτα απολειφάδια με πρόσωπα και κορμιά λιωμένα από καιρό. Κανείς τους δεν ήταν αληθινός ληστής. Ο Χούμα προσευχήθηκε σιωπηλά να μη χρειαστεί να σηκώσει χέρι εναντίον τους.
«Κουφός είσαι;»
«Δεν μπορώ να σας δώσω ούτε τα πολύτιμα πράγματά μου ούτε το φαΐ μου, αν αυτά θέλετε. Έχω ελάχιστα πράγματα.»
«Δεν έχεις άλλη επιλογή.» Ο μεγαλόσωμος άντρας κούνησε τη σφύρα του δοκιμαστικά ενάντια στον Χούμα με μεγάλη ακρίβεια. «Μου φαίνεται πως δεν κατάλαβες. Παίρνουμε ό,τι βρίσκουμε.»
Η σφύρα σηκώθηκε όρθια, έτοιμη να χτυπήσει. Ο Χούμα τράβηξε το σπαθί του, αλλά δίσταζε να το χρησιμοποιήσει ακόμα και εναντίον εκείνων. Δεν του άφησαν όμως άλλη επιλογή, γιατί η σφύρα του αρχιληστή πέρασε σύρριζα από το πρόσωπό του σφυρίζοντας και αστοχώντας παρά τρίχα.
Πέντε φιγούρες όρμησαν στον ιππότη – ή αυτό προσπάθησαν να κάνουν. Ξαφνικά, το δεξί πόδι του Χούμα βρήκε έναν επιτιθέμενο στο στομάχι. Το ελεύθερο χέρι του ξάφνιασε το νεαρό που γελούσε και που είχε λογαριάσει να γλιστρήσει κάτω από το σπαθί του ιππότη με ένα παλιό, σκουριασμένο, κοντό ξίφος. Ο Χούμα τον έριξε καταγής με την επίπεδη πλευρά της λεπίδας του και ο νεαρός απόμεινε αναίσθητος. Δε δυσκολεύτηκε να αφοπλίσει το γέρο με τα υγρά μάτια. Άοπλος, εκείνος απομακρύνθηκε βιαστικά, αφήνοντας τον Χούμα να ασχοληθεί με τους δύο που απόμεναν, ο ένας από τους οποίους ήταν ο υποτιθέμενος αρχηγός.