Ο Χούμα απελπίστηκε συνειδητοποιώντας ότι αυτοί οι δύο δεν το έβαζαν κάτω. Ο ένας που είχε σπαθί πολεμούσε με απόγνωση που έδινε τρομερή δύναμη στην κατά τ’ άλλα ασήμαντη κοψιά του. Ο αρχιληστής χαμογελούσε όλο κακία, προχωρώντας συνέχεια.
Με μεγάλη του λύπη, ο Χούμα έκανε την επιλογή του. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια των υπόλοιπων χωρικών, ο Ιππότης του Στέμματος βρήκε ένα άνοιγμα στην άμυνα του σπαθοφόρου και του κάρφωσε το σπαθί βαθιά στο στήθος. Ο άντρας μουρμούρισε κάτι πνιχτά και κατέρρευσε. Ενώ ακόμα έπεφτε ο αντίπαλός του, ο Χούμα ανταπέδιδε οδυνηρά τα χτυπήματα του αρχηγού το ένα μετά το άλλο. Το γιγάντιο πλάσμα άρχισε να του δίνει άγρια σφυροκοπήματα, ενώ ο Χούμα περίμενε. Όταν βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία, όπως το περίμενε, με μια μοναδική σπαθιά έβαλε τέλος στην απελπισμένη συμμορία.
Ο Χούμα, λαχανιασμένος, σήκωσε τα μάτια στους θεατές. Δεν έδειχναν κανένα συναίσθημα. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν ευχαριστημένοι ή θυμωμένοι. Κοίταξε γύρω του για τους τρεις επιζώντες. Δύο ήταν αναίσθητοι και ο τρίτος το είχε βάλει στα πόδια. Δε θα τον ενοχλούσαν ξανά.
Αηδιασμένος, ο Χούμα σκούπισε το σπαθί του, το έβαλε στο θηκάρι του και τράβηξε ξανά βόρεια. Δεν είχε βγει ακόμα από το χωριό, όταν φούντωσαν οι καβγάδες καθώς οι ανθρώπινοι γύπες έπεσαν στα υπάρχοντα των νεκρών ληστών.
Την πρώτη φορά που αντίκρισε το Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ, Οίκο της Ιπποσύνης από τότε που διέταξε την ανέγερσή του ο Βίνους Σολάμνους, τόσους αιώνες πριν, ο Χούμα είχε νιώσει σαν ένας κόκκος σκόνης μπροστά στο παλάτι των θεών.
Αυτό το συναίσθημα ελάχιστα είχε αλλάξει.
Τα τείχη του Ακροπυργίου του Βίνγκααρντ έφταναν σε μεγάλο ύψος. Λίγοι μονάχα αντίπαλοι τολμούσαν να αναρριχηθούν σε αυτά. Τα τείχη περιέβαλλαν το κάστρο και ήταν γεμάτα πολεμίστρες για τους τοξότες. Μοναδικό άνοιγμα των τεράστιων τειχών ήταν το σημείο όπου στεκόταν φρουρός η πελώρια, διπλή, σιδερένια πύλη. Είχε πάχος όσο το μήκος του χεριού του Χούμα και μπορούσε ν’ αντέξει την ορμή της επίθεσης ενός δράκου. Κάθε θυρόφυλλο της πύλης ήταν διακοσμημένο με το τριπλό σύμβολο της Ιπποσύνης – τη μεγαλόπρεπη Αλκυόνα με τα φτερά μισάνοιχτα, το σπαθί πιασμένο στα κοφτερά της νύχια και, στο κέντρο του σπαθιού, το Ρόδο. Πάνω από το κεφάλι της υπήρχε μια κορόνα.
Ύστερα από μεγάλη αναμονή μέσα στη βροχή, ένας φρουρός ήρθε να απαντήσει στις βραχνές φωνές του Χούμα. Κοίταξε κάτω την καταλασπωμένη μορφή με την ανάκατη αρματωσιά της Σολάμνια και του Έργκοθ και φώναξε «Ποιος είσαι και τι θέλεις;»
Ο Χούμα έβγαλε την περικεφαλαία του. «Είμαι ο Χούμα, Ιππότης του Τάγματος του Στέμματος και γυρίζω από τόπους πολύ μακρινούς. Πρέπει να μιλήσω στον Άρχοντα Όσγουολ ή ακόμα και στον ίδιο τον Μεγάλο Μάγιστρο. Είναι επείγον!»
«Τον Μεγάλο Μάγιστρο;» Ο Χούμα δεν έβλεπε καλά το πρόσωπο του άντρα, αλλά η έκπληξη ήταν ολοφάνερη στη φωνή του. «Περίμενε!»
Ο Χούμα απόρησε από την παράξενη αντίδραση του άλλου.
Επιτέλους, οι πύλες άρχισαν να ανοίγουν σιγά-σιγά.
Στην πύλη στεκόταν ο ίδιος φρουρός που του είχε κάνει τις ερωτήσεις. Με ένα του νεύμα, ο Χούμα τον ακολούθησε στο Ακροπύργιο. Οι ιππότες που είχαν ανοίξει την πύλη φαίνονταν το ίδιο έκπληκτοι με το φρουρό. Το μυστήριο μεγάλωνε.
Ο φρουρός, ένας νεαρός Ιππότης του Στέμματος, τράβηξε τον Χούμα σε μια σκοτεινή γωνιά, για να μην τους βρέχει η ψιχάλα που δυνάμωνε. «Ξέρω ποιος είσαι, γιατί ο Άρχοντας Ρέναρντ μιλάει με μεγάλη εκτίμηση για το άτομό σου στην εκπαίδευση. Για αυτό δράττομαι της ευκαιρίας να σε προειδοποιήσω πριν κάνεις κανένα λάθος.»
«Να με προειδοποιήσεις; Για τι πράγμα;»
«Μόλις σήμερα το πρωί…» ο ιππότης κοίταξε γύρω του «…ο Μεγάλος Μάγιστρος, ο Άρχοντας Τρέικ, πέθανε, θύμα μιας κακιάς, θανατηφόρας αρρώστιας.»
Όχι! παραλίγο να φωνάξει ο Χούμα. Ο Μεγάλος Μάγιστρος νεκρός! Ο Τρέικ δε συμπάθησε ποτέ του τον Χούμα –τον σιχαινόταν μάλιστα όσο και ο γιος του ο Μπένετ–, αλλά ο Χούμα δεν μπόρεσε να μη νιώσει θλίψη, σαν όλους τους συντρόφους του, μπροστά στο θάνατο της κεφαλής της Ιπποσύνης.
«Δεν το ήξερα. Ο κόσμος στο χωριό φαινόταν ανήσυχος, αλλά δε μου…»
«Δεν το ξέρουν!» του σφύριξε ο άλλος. «Ο Άρχοντας Όσγουολ διέταξε να μην ξεφύγει ούτε λέξη από το Ακροπύργιο μέχρι να εκλεγεί ο καινούριος Μεγάλος Μάγιστρος! Αν μαθευτεί ότι βρισκόμαστε σε τέτοια δυσχέρεια, και η τελευταία μας άμυνα θα καταρρεύσει!»
Η τελευταία άμυνα; «Πες μου…»
«Γκάρβιν.»
«Πες μου, Γκάρβιν, τι έγινε όταν έπεσε σκοτάδι στις γραμμές μας; Ποια είναι τώρα η θέση μας;» Ο Χούμα τού έσφιξε τα μπράτσα.