Выбрать главу

«Δεν πέρασες από τις γραμμές μας;» Ο Γκάρβιν κοίταξε τον Χούμα περίεργα. «Το μέτωπο δεν απέχει ούτε δύο μέρες με το άλογο, είτε προς τα ανατολικά είτε προς τα δυτικά. Η Μαύρη Φρουρά του πολέμαρχου κινείται ανέγγιχτη στο Νότο. Τα περισσότερα φυλάκιά μας έχουν αποκοπεί. Και εμείς έχουμε αποκοπεί.»

«Δεν υπάρχει ελπίδα;»

Ο Γκάρβιν σφίχτηκε. «Είμαστε Ιππότες της Σολάμνια, Χούμα.»

Ο Χούμα έγνεψε καταφατικά, ξέροντας ότι θα πολεμούσαν μέχρι τον τελευταίο – ό,τι κι αν συνέβαινε. Η σκέψη του επέστρεψε στη σπηλιά, στις προκλήσεις και, κυρίως, στο σπαθί. Εκείνη τη στιγμή το λαχταρούσε πραγματικά. Στο χέρι του, θα μπορούσε να πετσοκόψει τις κακόβουλες δυνάμεις της βασίλισσας. Η Σολάμνια θα έβγαινε νικήτρια. Ίσως μάλιστα να κατάφερνε να στήσει και ο ίδιος κάποιο μικρό βασίλειο…

Κούνησε βίαια το κεφάλι του και ο Γκάρβιν σκυθρώπασε ξαφνιασμένος. Ο Χούμα έδιωξε τις ασεβείς σκέψεις από το μυαλό του. Το σπαθί δεν ήταν κληρονομιά του Πάλανταϊν στην Ιπποσύνη. Παρά το μεγαλείο και τη δύναμή του, είχε κάτι που αηδίαζε τον Χούμα – κι ας το ποθούσε τόσο. Όχι πως είχε σημασία. Πέφτοντας μέσα στον καθρέφτη, είχε χάσει τα πάντα. Δεν υπήρχε ελπίδα.

Όχι! Ίσιωσε το κορμί του και χαμογέλασε απολογητικά στον Γκάρβιν για τους παράξενους τρόπους του. Αν κατάφερνε να τον ακούσει κάποιος, υπήρχε ακόμη χρόνος.

«Γκάρβιν, πού μπορώ να βρω τον Άρχοντα Όσγουολ;»

«Τώρα;» Ο άλλος κοίταξε από το καταφύγιό τους το μαύρο ουρανό. «Έχει περάσει η ώρα του δείπνου, αυτό είναι σίγουρο. Θα είναι στα διαμερίσματά του. Ετοιμάζεται για το Ιπποτικό Συμβούλιο, αύριο το βράδυ.»

«Θα περιμένουν μέχρι αύριο το βράδυ για να διαλέξουν καινούριο Μεγάλο Μάγιστρο; Οι δούλοι της βασίλισσας μπορεί να βρεθούν στις πύλες μας απόψε κιόλας! Τουλάχιστον οι δράκοι!»

Ο Γκάρβιν έγνεψε καταφατικά. «Αυτό είπε και ο Άρχοντας Όσγουολ, αλλά το Συμβούλιο είναι Συμβούλιο.»

«Πρέπει να του μιλήσω αμέσως λοιπόν.»

Ο Χούμα έφυγε τρέχοντας μέσα στη βροχή.

Ο Άρχοντας Όσγουολ παρατήρησε ότι είχε να βρέξει έτσι από την αρχή του πολέμου. Στο παρελθόν δεν υπήρχε παρά μόνο ομίχλη. Τώρα έλεγες ότι η βροχή θα παράσερνε τα πάντα.

Ο Υψηλός Πολεμιστής βγήκε απότομα από την ονειροπόλησή του. Θα ξεμωραινόταν, σκέφτηκε, για να συλλογίζεται τη βροχή, όταν η τύχη της Ιπποσύνης και του κόσμου κρεμόταν από το αν θα κατάφερνε τους ξεροκέφαλους του Συμβουλίου να επισπεύσουν την εκλογή του καινούριου Μεγάλου Μάγιστρου. Με την αναποφασιστικότητα που είχε δείξει κατά την πανωλεθρία, είχε καταστρέψει κάθε δική του πιθανότητα. Ήταν ένα στιγμιαίο σφάλμα, ένα σοκ λόγω της αιφνίδιας αλλαγής της κατάστασης και της συνειδητοποίησης ότι εκείνη την επίθεση δε θα μπορούσαν να την αποκρούσουν. Οι απώλειες ήταν βαριές.

Ο ανιψιός του Όσγουολ, ο Μπένετ, κινητοποιούσε τη δική του κλίκα. Παρέμενε πάντα μέσα στα όρια του Όρκου και του Μέτρου, αλλά ήταν φιλόδοξος και θα προσπαθούσε να χειραγωγήσει την εκλογή. Λογικά, διάδοχος του νεκρού Μεγάλου Μάγιστρου θα γινόταν κάποιος από τους τρεις αρχηγούς των ταγμάτων. Αλλά ο Μπένετ πίστευε ότι εκείνος έπρεπε να ακολουθήσει τον πατέρα του. Ανέκαθεν το ήθελε αυτό ο Τρέικ. Το μόνο εμπόδιο ήταν ο Όσγουολ.

«Άρχοντα Όσγουολ;»

Σήκωσε τα μάτια και είδε τον Ρέναρντ να τον κοιτάζει με έντονο βλέμμα. Ο χλομός ιππότης στεκόταν δίπλα στη δεύτερη καρέκλα που υπήρχε στο δωμάτιό του.

Ο Ρέναρντ. Παρά το ψυχρό ύφος του, ο Υψηλός Πολεμιστής εκτιμούσε τον Ρέναρντ σχεδόν όσο και τον Χούμα. Μόνο που ο Χούμα είχε χαθεί στην πανωλεθρία. Φαίνεται πως είχε σταθεί ακλόνητος μέχρι το τέλος.

«Τι τρέχει, Ρέναρντ;»

«Δεν έχεις διατυπώσει ακόμα τα σχέδιά σου. Νομίζω πως θα ήταν φρόνιμο…»

Απέξω ακούστηκε φασαρία. Οι δύο φρουροί που στέκονταν στην πόρτα του δωματίου λογομαχούσαν με κάποιον. Ο νεοφερμένος επέμενε – και η φωνή του είχε κάτι το οικείο.

«Ρέναρντ, τι;..»

Ο χλομός ιππότης είχε ανοίξει την πόρτα και –ο γεροντότερος δεν πίστευε στα μάτια του– τώρα στεκόταν με το στόμα ανοιχτό μπροστά σ’ ένα λασπωμένο ιππότη που πάλευε με τους δυο φρουρούς. Λίγα δευτερόλεπτα μονάχα χρειάστηκαν για να αναγνωρίσει ο Άρχοντας Όσγουολ τον καινούριο κι απόμεινε κι εκείνος να τον κοιτάξει με έκπληξη και αγαλλίαση.

«Χούμα!»

Ακούγοντας τον τόνο της φωνής του ανωτέρου τους, οι δύο φρουροί σταμάτησαν την πάλη. Συνήλθε κι ο Ρέναρντ και είπε απλά και τυπικά «Αφήστε τον να περάσει.»

Ο Χούμα όρμησε ελεύθερος στο δωμάτιο. «Άρχοντα Όσγουολ, Ρέναρντ…»

«Στάσου προσοχή, Χούμα» τον έκοψε ο λιπόσαρκος ιππότης.

Ο Χούμα σφίχτηκε στη στιγμή. Ο Ρέναρντ στράφηκε στον Υψηλό Πολεμιστή που του έγνεψε καταφατικά. «Γυρίστε στις θέσεις σας» είπε ο Ρέναρντ στους φρουρούς. «Διαταγή του Υψηλού Πολεμιστή.»