Μόλις έκλεισε η διπλή πόρτα, ο Άρχοντας Όσγουολ γύρισε και κοίταξε τον ιππότη που έτρεμε. Ο Χούμα έδινε την εντύπωση πως ήθελε να πει κάτι πριν αυτό εκραγεί μέσα στο κεφάλι του.
«Ανάπαυση, Χούμα. Έλα να καθίσεις. Πες μας για το θαύμα που σε έφερε από τους νεκρούς.»
Ο Χούμα γονάτισε μπροστά στο γεροντότερο πολεμιστή. Ανακουφισμένος πια, άφησε την ιστορία να βγει από τα χείλη του σαν χείμαρρος.
Ο Άρχοντας Όσγουολ και ο Ρέναρντ άκουσαν προσεκτικά όλα τα μέρη της διήγησης του Χούμα. Η αναζήτηση του Μάτζιους, το κυνήγι της Μαύρης Φρουράς, οι πανταχού παρόντες ντρέντγουλφ, τα βουνά, η σπηλιά, το σπαθί… Αν δεν ήταν ο Χούμα εκείνος που μιλούσε, οι δυο ιππότες δε θα πίστευαν ούτε λέξη. Εκείνον όμως τον πίστευαν πραγματικά.
Η δυνατή κλαγγή του μετάλλου πάνω στο μέταλλο, αυτή που έμοιαζε τόσο με τον ήχο του σιδηρουργείου του Ακροπυργίου, φάνηκε να ενδιαφέρει περισσότερο από καθετί άλλο τον Άρχοντα Όσγουολ. Ρώτησε τον Χούμα τι γνώμη είχε.
«Ένα εργαστήρι των θεών. Δεν μπορώ να το περιγράψω διαφορετικά. Αν δεν ήταν ο Ρέορξ που δίνει σχήμα στο μέταλλο, κάπου μέσα στο βουνό… Τίποτ’ άλλο δεν έχω να προσθέσω παρά μόνο ότι νιώθω πως πρέπει να γυρίσω πίσω» είπε ο Χούμα. «Αν το θέλει ο Πάλανταϊν» πρόσθεσε.
«Μάλιστα.» Ήταν το μόνο που μπόρεσε να πει στην αρχή ο Υψηλός Πολεμιστής. Ο Ρέναρντ έγνεψε απλώς καταφατικά.
Ο Άρχοντας Όσγουολ σκέφτηκε για μια στιγμή. «Αυτό το σπαθί φαίνεται καταπληκτικό. Θα μπορούσε να…»
Ο Χούμα τον έκοψε μεμιάς. «Φοβάμαι πως είναι χαμένο για μας. Ο Γουιρμφάδερ είναι ο τάφος του.»
Ο τόνος του ήταν επιφυλακτικός. Ήθελε να ξεχάσουν οι άλλοι δυο το σπαθί όχι μόνο επειδή δεν το εμπιστευόταν αλλά και εξαιτίας του πειρασμού που ένιωθε να σφίξει τη λαβή του και να το υψώσει.
Ο Υψηλός Πολεμιστής πήρε τα λόγια του τοις μετρητοίς. «Εμπιστεύομαι την κρίση σου.» Κοίταξε μια τον Χούμα, μια τον Ρέναρντ και ξανά τον Χούμα. «Έχω την εντύπωση πως δεν μπορούμε να αφήσουμε για πολύ αυτή την εκκρεμότητα. Δεν έχουμε άλλο χρόνο.»
Ελέγχοντας το νευρικό ενθουσιασμό του, ο Χούμα βιάστηκε να μιλήσει. «Μόνο μεταφορικό μέσο χρειάζομαι. Ένα άλογο –μήπως είναι κοντά οι δράκοι; Ένα δράκο ίσως;»
Ο Υψηλός Πολεμιστής συνοφρυώθηκε. «Δεν μπορώ να κάνω τίποτα για σένα, Χούμα. Όχι αυτή τη στιγμή. Αν σε στείλω σε κάποια απεγνωσμένη αποστολή, χάνω την πιθανότητα να κρατήσω την Ιπποσύνη μακριά από τα χέρια εκείνων που νοιάζονται περισσότερο για το κύρος και τη δύναμη από όσο για τον Όρκο και το Μέτρο. Θα χρειαστεί να περιμένεις μέχρι να εκλεγεί καινούριος Μεγάλος Μάγιστρος.»
Ο Χούμα φάνηκε να μπερδεύεται. «Μα εσύ δεν…»
«Εγώ βρέθηκα λειψός. Ίσως υπάρξει άλλος.»
«Μα…» Ο Χούμα δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η αποστολή του θα καθυστερούσε –ίσως και να ματαιωνόταν– για έναν τόσο ασήμαντο λόγο.
«Νομίζω ότι μπορώ να τα καταφέρω, Χούμα. Λυπάμαι, αλλά θα χρειαστεί να περιμένεις. Ρέναρντ, ο Χούμα είναι ένας από τους δικούς σου. Φρόντισε να πλυθεί, να φάει και να κοιμηθεί. Αύριο το πρωί θέλω να τον δω φρέσκο και καθαρό.»
«Μάλιστα, άρχοντά μου.» Ο Ρέναρντ ακούμπησε φιλικά αλλά σταθερά το χέρι του στον ώμο του Χούμα. Ο νεότερος ιππότης σηκώθηκε διστακτικά.
Χωρίστηκαν σιωπηλά. Η θλίψη του Χούμα μεγάλωσε. Δεν απειλούνταν μόνο η αποστολή του αλλά και η ζωή ενός ανθρώπου που ήταν ό,τι πλησιέστερο είχε ποτέ σε πατέρα. Σε τέτοιους καιρούς, κανείς –εκτός από τον Άρχοντα Όσγουολ– δεν μπορούσε να διοικήσει τους ιππότες. Ο Μπένετ, παρά την ικανότητά του, υστερούσε σε εμπειρία. Ακόμα και ο Χούμα το καταλάβαινε αυτό. Οι Ιππότες της Σολάμνια χρειάζονταν δυνατή ηγεσία, ηγεσία που μόνο ο Άρχοντας Όσγουολ μπορούσε να τους προσφέρει. Χωρίς τον Όσγουολ, η Ιπποσύνη θα διαλυόταν.
Χωρίς τον Υψηλό Πολεμιστή στην αρχηγία, συνειδητοποίησε ξαφνικά ο Χούμα, ποτέ δε θα μπορούσε να γυρίσει στο βουνό.
Κεφαλαίο 18
Η βροχή δε σταμάτησε όλη νύχτα. Παρ’ ότι ήταν εξαντλημένος, ο Χούμα δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Όπως ο Άρχοντας Όσγουολ, έτσι κι εκείνος είδε ότι υπήρχε κάποιο σημάδι στην απότομη αλλαγή από την αιώνια συννεφιά στην ακατάπαυστη βροχή, που –όσο περνούσε η ώρα– του κουρέλιαζε τα νεύρα.
Άκουσε καλπασμό αλόγων. Ακόμα και μέσα στη μαύρη νύχτα, υπήρχε πάντα κάποια δραστηριότητα. Μερικοί άντρες κοιμούνταν, άλλοι δούλευαν. Το Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ δε γινόταν να πιαστεί στον ύπνο.
Κάποια περίπολος που επιστρέφει, συμπέρανε ο Χούμα. Ο θόρυβος έσβησε κατά την κατεύθυνση των στάβλων. Ο Χούμα αναρωτήθηκε τι νέα έφερναν – αν έφερναν νέα. Είχαν υποχωρήσει κι άλλο οι γραμμές τους; Σε λίγο οι ιππότες θα έβλεπαν την ίδια την πρόσοψη του Ακροπυργίου; Σε πόσο καιρό θα έκλεινε η λαβίδα πάνω στο λίκνο της Ιπποσύνης;