Ο Χούμα σηκώθηκε αργά κι αθόρυβα, μη θέλοντας να ενοχλήσει τους γύρω του στους κοινούς κοιτώνες που μοιράζονταν οι Ιππότες του Στέμματος. Το κτίριο ήταν ουσιαστικά ένας μεγάλος θάλαμος με επάλληλες σειρές από σκληρά κρεβάτια κι ένα μικρό αποθηκευτικό χώρο για κάθε ένοικο. Καθώς οι ιππότες κοιμούνταν με βάρδιες, ο θάλαμος δεν ήταν ποτέ γεμάτος. Επίσης, πολλοί βρίσκονταν μακριά από το Ακροπύργιο για τον ένα ή τον άλλο λόγο. Μόνο οι πιο υψηλόβαθμοι ιππότες είχαν δικά τους διαμερίσματα.
Αποφάσισε ότι λίγος καθαρός αέρας θα του έκανε καλό. Με προσεκτικά βήματα, πέρασε ανάμεσα από τους συντρόφους του, φτάνοντας μέχρι την πόρτα.
Ο αέρας ήταν δροσερός και λίγο πιο δυνατός απ’ όσο είχε φανταστεί. Πήρε βαθιές ανάσες, ευγνωμονώντας την προσωρινή ανάπαυλα από τη θλίψη και τη σύγχυση. Ευχήθηκε την επόμενη μέρα να πήγαιναν όλα καλά.
Ανοιγόκλεισε τα μάτια. Άρχιζαν να του κάνουν παιχνίδια, φαίνεται, γιατί για μια στιγμή ήταν σίγουρος πως είχε δει μια σκοτεινή φιγούρα να πλησιάζει τα διαμερίσματα του Άρχοντα Όσγουολ, ακριβώς πίσω από τους δυο φρουρούς.
Σκέφτηκε να ειδοποιήσει κάποιον, αλλά οι σκοποί δε φάνηκαν να ενοχλούνται – και όταν κοίταξε ξανά, δεν είδε ίχνος του υποτιθέμενου παρείσακτου. Ο Χούμα δεν είχε καμία όρεξη να γελοιοποιηθεί. Όχι εκείνη τη στιγμή. Κοίταξε για λίγο τη νύχτα γύρω του και ύστερα αποσύρθηκε. Αυτή τη φορά ο ύπνος ήρθε πιο γρήγορα.
Η επόμενη μέρα πέρασε υπερβολικά γρήγορα. Ο Χούμα είχε σκοπό να μείνει μακριά από τους άλλους ιππότες, τουλάχιστον μέχρι να λυθεί το ζήτημα της αρχηγίας. Του είχαν συμβεί παρά πολλά για να είναι σίγουρος πως θα κρατούσε την ουδετερότητά του στο συγκεκριμένο θέμα. Αυτά που θα έλεγε ήξερε καλά ότι θα ήταν σαν να μιλούσε ο Άρχοντας Όσγουολ, που πάντοτε στεκόταν στο πλευρό του. Ακόμα και Ρέναρντ μπορεί να επηρεαζόταν.
Ωστόσο, δύο ώρες πριν από την καθορισμένη ώρα συνεδρίασης του Συμβουλίου ο Άρχοντας Όσγουολ τον κάλεσε κοντά του. Ο Ιππότης του Ρόδου που του έφερε το μήνυμα τον κοίταξε με μεγάλη περιέργεια αλλά, πιστός στον Υψηλό Πολεμιστή, δεν του έκανε καμία ερώτηση.
Καθώς πήγαινε στα διαμερίσματα του Άρχοντα Όσγουολ, ο Χούμα βρέθηκε μπροστά σε αυτόν ακριβώς που ήθελε να αποφύγει.
«Μου είπαν πως είσαι ζωντανός. Είχα τις αμφιβολίες μου, αλλά τώρα σε βλέπω με τα μάτια μου.»
Ο Μπένετ φορούσε την επίσημη στολή του, που περιλάμβανε κι έναν πορφυρό μανδύα που έφερε τόσο τα εμβλήματα της Ιπποσύνης όσο και της οικογένειάς του. Πάνω στο θώρακα της πανοπλίας του περνούσε διαγώνια ένας μαύρος αορτήρας. Ακόμα κι εκείνη τη στιγμή, μέσα στη βροχή που συνεχιζόταν αδύναμη και στο άγριο χάραμα, φαινόταν να λάμπει. Άσχετα από οτιδήποτε άλλο, ο Μπένετ ήταν γιος του πατέρα του. Τα γερακίσια χαρακτηριστικά του ήταν ακριβές αντίγραφο του γεροντότερου ιππότη.
«Ζητώ συγνώμη, Άρχοντα Μπένετ.» Οι οικογενειακοί τίτλοι μοιράζονταν ίσα ανάμεσα στον Όσγουολ και τον Τρέικ, μέχρι την ανάρρηση του τελευταίου στο αξίωμα του Μεγάλου Μάγιστρου. Πλέον, ως κληρονόμος του Τρέικ, ο Μπένετ μοιραζόταν τον τίτλο με το θείο του. Μια και ο Όσγουολ δεν είχε δικούς του κληρονόμους, οι τίτλοι θα βρίσκονταν σύντομα στα χέρια ενός μόνο ατόμου. «Σκόπευα να εκφράσω νωρίτερα τα συλλυπητήριά μου…»
«Μη μες περνάς για βλάκα, γιδοβοσκέ» του αποκρίθηκε ο Μπένετ. «Κρατήθηκες μακριά μου επειδή υπήρξαμε ανέκαθεν εχθροί. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι δεν έχεις θέση ανάμεσά μας. Από την καλή μου την καρδιά, δεν άφησα να σε διώξουν. Όταν σε παίνευα –μεταθανάτια, όπως νόμιζα–, δεν πίστευα ότι θα γύριζες πίσω.»
Ο Χούμα ένιωσε ολόκληρο το κορμί του να σφίγγεται, αλλά δε θα επέτρεπε στον εαυτό του να υποκύψει στην πρόκληση του Μπένετ. Ήταν σίγουρος ότι μεγάλο μέρος του θυμού του γιου του νεκρού Μεγάλου Μάγιστρου οφειλόταν στον πρόωρο θάνατο του πατέρα του.
«Ποτέ δεν υπήρξα εχθρός σου, άρχοντά μου. Το αντίθετο, πάντα σε θαύμαζα, παρά τις αντιρρήσεις σου για την επιλογή μου.» Όσο μιλούσε ο Χούμα, το πρόσωπο του Μπένετ έδειχνε μια ήπια έκπληξη. «Το παράστημά σου, η αξιοσύνη σου, η ικανότητά σου να διοικείς κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες… Είσαι ό,τι θέλω να γίνω, ό,τι μπορεί να μη γίνω ποτέ. Το μόνο που ζητάω είναι να μου δοθεί η ευκαιρία να κάνω το καθήκον μου.»
Το στόμα του Μπένετ έκλεισε σφιχτά. Κοίταξε για μια στιγμή τον Χούμα και ύστερα μουρμούρισε «Ίσως.»
«Ίσως;» Ο Χούμα σήκωσε το ένα φρύδι. «Τι εννοείς;»
Ωστόσο, ο καινούριος Άρχοντας του Μπάξτρι τού είχε κιόλας γυρίσει την πλάτη. Το μόνο που μπόρεσε να κάνει ο Χούμα ήταν να τον δει να χάνεται μέσα στην ομίχλη του Ακροπυργίου.
Πήγε να βρει τον Άρχοντα Όσγουολ.