Выбрать главу

Τελικά η αίθουσα γέμισε και άρχισε η αναμονή. Μόνο δύο σημαντικά πρόσωπα έλειπαν: ο Ρέναρντ και ο Άρχοντας Όσγουολ. Το Ιπποτικό Συμβούλιο περίμενε υπομονετικά και τα μέλη του περνούσαν την ώρα τους συξητώντας μεταξύ τους. Τελικά, ο Μπένετ πλησίασε μεγαλόπρεπα τον Άρχοντα Χόκαϊ και του μίλησε κοφτά, σε χαμηλό τόνο. Ο Χόκαϊ του απάντησε στο ίδιο ύφος και η ξωηρή διαφωνία τους κράτησε αρκετά ώστε να τους πάρουν είδηση. Ο Χούμα μόνο να φανταστεί μπορούσε τι λόγια αντάλλασσαν μεταξύ τους.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή όρμησε στην αίθουσα ο Ρέναρντ λαχανιασμένος. Το πρόσωπό του ήταν τραβηγμένο από την ένταση και η εικόνα τού συνήθως ατάραχου ιππότη σε τέτοια συναισθηματική σύγχυση ήταν αρκετή για να σηκωθούν κάμποσοι όρθιοι περιμένοντας τα κακά νέα.

Ο Ρέναρντ ψιθύρισε κάτι γρήγορα στον Άρχοντα Χόκαϊ. Ο Μπένετ και τα υπόλοιπα μέλη του Συμβουλίου έβαλαν τα δυνατά τους να ακούσουν. Το πρόσωπο του Μπένετ άσπρισε και ο ίδιος έσφιξε με όλη του τη δύναμη το πλησιέστερο κάθισμα. Ο Άρχοντας Χόκαϊ σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στο αναστατωμένο ξαφνικά πλήθος.

«Το Συμβούλιο αναβάλλεται μέχρι νεοτέρας. Με λύπη μου, σας πληροφορώ ότι ο Άρχοντας Όσγουολ του Μπάξτρι, Υψηλός Πολεμιστής και Μάγιστρος του Τάγματος του Ρόδου αρρώστησε… από την ίδια αρρώστια που πρόσβαλε τον Μεγάλο Μάγιστρο.»

«Στο Ακροπύργιο επιβλήθηκε καραντίνα. Δεν περιμένουμε να βγάλει τη νύχτα ο Άρχοντας Όσγουολ.»

Ο Ρέναρντ έτρεμε ακόμα.

«Ήρθα να τον ξυπνήσω, όπως μου είχε ζητήσει, και τον βρήκα αναίσθητο στο κρεβάτι του να τρέμει – κι ας ήταν σκεπασμένος με δυο-τρεις κουβέρτες. Του έδωσα όποια βοήθεια μπορούσα και έτρεξα να φέρω έναν κληρικό.»

Ο Χούμα δεν τον είχε ξαναδεί σε τέτοια κατάσταση. Ήταν λες και ξαναζούσε τη δική του μάχη με το λοιμό.

«Ο κληρικός τι έκανε;»

«Λίγα πράγματα. Η αρρώστια τον μπερδεύει. Άλλο ένα δώρο της βασίλισσας, φαντάζομαι – ανάθεμα την ώρα που γεννήθηκε.»

«Δεν μπορεί να γίνει τίποτα;» Ξαφνικά ο Χούμα ένιωσε αδύναμος. Ο Άρχοντας Όσγουολ ήταν ο μέντοράς του, ο φίλος του, ό,τι πιο κοντινό σε πατέρα είχε ποτέ του. Δεν έπρεπε να πεθάνει!

«Μόνο να προσευχόμαστε και να περιμένουμε.» Υπήρχε άραγε κάποιο αμυδρό ίχνος ειρωνείας στη φωνή του Ρέναρντ; Ο Χούμα δεν τον κατηγορούσε. Και ο ίδιος ένιωθε τόσο ανήμπορος… Η δρακοβασίλισσα, ο Κράινους και ο αποστάτης μάγος Γκάλαν Ντράκος θα γελούσαν σίγουρα μαζί τους.

«Χούμα…» Ο Ρέναρντ ακούμπησε το χέρι στον ώμο του. Το ωχρό του πρόσωπο ήταν πάντα γεμάτο ένταση. Πόσο αγαπούσε τον Όσγουολ ο Ρέναρντ! «Κοιμήσου λιγάκι.»

Βρίσκονταν στον πρόναο του Ναού του Πάλανταϊν στο Ακροπύργιο, όπου είχαν μεταφέρει τον Υψηλό Πολεμιστή ελπίζοντας ότι οι θεοί μπορεί να βοηθούσαν στη γιατρειά του. Προς το παρόν, οι κληρικοί που τον φρόντιζαν βρίσκονταν σε αμηχανία. Τη μια στιγμή πίστευαν ότι είχαν νικήσει την αρρώστια, την επόμενη εκείνη επέστρεφε πιο δυνατή από πριν. Δεν είχαν άλλο χρόνο. Το κορμί του Άρχοντα Όσγουολ δε θα άντεχε για πολύ ακόμα σε αυτή την κατάσταση.

Ο Ρέναρντ χαμογέλασε αχνά. «Αν συμβεί κάτι, θα σε ξυπνήσω, σ’ το υπόσχομαι.»

Παρά τις καλές του προθέσεις, ο Χούμα ένιωσε ξαφνική νύστα, λες και μόνο η αναφορά στον ύπνο τον έκανε να καταλάβει πόσο τον χρειαζόταν.

«Να με ξυπνήσεις!»

«Αυτό υποσχέθηκα και στον Άρχοντα Όσγουολ» απάντησε πικρά ο Ρέναρντ.

Φεύγοντας, ο Χούμα άκουγε τη φωνή του Μπένετ από το διπλανό δωμάτιο, όπου συσκέπτονταν οι κληρικοί. Ο Μπένετ έδειχνε να ενδιαφέρεται για το θείο του σχεδόν όσο και για τον πατέρα του. Όταν μαθεύτηκαν τα νέα της αρρώστιας του Υψηλού Πολεμιστή, η φωνή του Μπένετ ήταν εκείνη που εμπόδισε τον πανικό και οργάνωσε την προσωρινή καραντίνα και τη μεταφορά του άρρωστου ευγενή στο ναό. Πλέον ο Ιππότης του Ξίφους μοίραζε το χρόνο του ανάμεσα στις προσευχές για το θείο του και στις διαφωνίες του με τους κληρικούς, που θεωρούσε ότι αντιδρούσαν με μεγάλη βραδύτητα στην κρίση.

Και ο πόλεμος; Λες και τον είχαν ξεχάσει οι έγκλειστοι των τειχών του Ακροπυργίου. Αυτή η σκέψη τριβέλιζε τον Χούμα σε όλη τη διαδρομή μέχρι το κρεβάτι του.

Ξύπνησε απότομα, με το μυαλό του εκπληκτικά καθαρό. Πρώτη του σκέψη ήταν ο Άρχοντας Όσγουολ – και υπέθεσε το χειρότερο. Οι άλλοι κοιμούνταν, περισσότερο συνηθισμένοι στις καθημερινές απώλειες ζωών. Έτσι του φάνηκε.