Η ρακένδυτη φιγούρα δίστασε πριν ρίξει το περιεχόμενο του πουγκιού. Ο Χούμα τινάχτηκε μπροστά, με τη σπάθα υψωμένη μπροστά του. Το πλατύ μέρος της λεπίδας χτύπησε το πουγκί, που έσκασε, αλλά όχι πριν πετάξει η φόρα του σπαθιού το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου του πίσω στον κουκουλοφόρο εισβολέα. Ο Χούμα οπισθοχώρησε αποφεύγοντας τη φονική φωτιά που έλουσε τον άλλο.
Ο δολοφόνος έβηξε ξερά από τη σκόνη που απλώθηκε στο πρόσωπό του. Υποχώρησε παραπατώντας, αλλά ο Χούμα δεν τόλμησε να προχωρήσει. Ο πιστός του Μόρτζιον έγειρε σ’ ένα στασίδι και ύστερα σηκώθηκε όρθιος ξανά.
«Αν νομίζεις…» η φωνή ήταν τραχιά και γεμάτη ένταση, αλλά γνωστή «ότι θα με σκοτώσεις με τα ίδια μου τα εργαλεία, μάθε ότι ο Μόρτζιον προστατεύει τους πιστούς του. Άλλωστε, το μόνο που ήθελα ήταν να σε κοιμίσω. Τώρα δε μου αφήνεις περιθώρια.»
Καθώς ο κουκουλοφόρος καθάρισε το λαρύγγι του από τη σκόνη και αποκάλυψε την ταυτότητά του, ο Χούμα κόντεψε να αφήσει το σπαθί του να του πέσει από το χέρι. Έκανε απελπισμένος ένα βήμα προς τα πίσω, τη στιγμή που ο άλλος τραβούσε ένα βαρύ σπαθί που έκρυβε στο μανδύα του.
«Αν σε κέντριζε η αιχμή του μαχαιριού, και πάλι θα κοιμόσουν. Τώρα φοβάμαι πως δε μου μένει παρά μόνο αυτό.» Η λεπίδα υψώθηκε σημαδεύοντας το λαιμό του ιππότη.
Ο Χούμα δεν κατάφερνε να κάνει τον εαυτό του να πολεμήσει. Δεν μπορεί να συνέβαινε στα αλήθεια αυτό. Δεν ήταν αλήθεια. Ήταν ένας τρομερός εφιάλτης και θα ξυπνούσε!
Ο δολοφόνος γέλασε αθόρυβα. Το σπαθί χαμήλωσε ελάχιστα. Το γέλιο του αντήχησε μέσα στο μυαλό του Χούμα, χλευάζοντας όλα όσα είχε πιστέψει μέχρι τότε.
«Προσπάθησα να σε προστατέψω από αυτό. Λυπάμαι στ’ αλήθεια, Χούμα»
Γιατί, Ρέναρντ;
Κεφαλαίο 19
«Δε λες τίποτα;» τον ρώτησε ο Ρέναρντ. «Έχουμε χρόνο. Όλοι κοιμούνται εδώ μέσα. Οι τοίχοι είναι χοντροί. Δε θ’ ακούσουν τα σπαθιά μας. Ναι, νομίζω πως έχουμε χρόνο.»
«Στ’ όνομα του Πάλανταϊν, Ρέναρντ. Γιατί;»
Παρά την κουκούλα και το σκοτάδι, ο Χούμα διέκρινε σχεδόν το πρόσωπο του άλλου. Ένιωθε σχεδόν την πικρία στη φωνή του.
«Όταν κειτόμουν ετοιμοθάνατος από το λοιμό πριν από τόσα χρόνια, ικέτεψα τον Πάλανταϊν, τη Μισακάλ και όλους τους θεούς αυτού του οίκου να με σώσουν. Δεν έκαναν τίποτα. Εγώ έλιωνα, πέθαινα. Το πρόσωπό μου τρομάζει πολλούς τώρα. Αν το είχαν δει τότε, θα είχαν γεμίσει φρίκη. Βλέπεις, είχα κολλήσει τον Κόκκινο Λοιμό.»
Ο Κόκκινος Λοιμός. Απ’ όλους τους λοιμούς που έπλητταν τους ανθρώπους όλα αυτά τα χρόνια, ο Κόκκινος Λοιμός ήταν ο χειρότερος. Οι ιππότες είχαν αναγκαστεί να κάψουν χωριά ολόκληρα, όταν οι μεγαλύτεροι θεραπευτές τους δεν μπορούσαν να ελέγξουν την αρρώστια. Τα θύματα αργοπέθαιναν, αλλά η κάθε μέρα ήταν γεμάτη πόνο και πολλοί αυτοκτονούσαν πολύ πριν τους σκοτώσει η πανούκλα. Το όνομά της οφειλόταν στο κοκκίνισμα του δέρματος του θύματος, που στο τέλος καιγόταν από την αρρώστια. Ήταν τρομακτική – και ακόμα μιλούσαν ψιθυριστά γι’ αυτήν.
«Τελικά, όταν σιγουρεύτηκα πια ότι οι πόνοι θα με σκότωναν, δέχτηκα μια επίσκεψη όχι από τους θεούς που είχα ικετέψει αλλά από το μοναδικό θεό που ήταν πρόθυμος να μου διώξει τον πόνο – με κάποιο αντάλλαγμα.» Η αιχμή του σπαθιού υψώθηκε ξανά. «Ο Μόρτζιον. Μόνο εκείνος νοιάστηκε να απαντήσει στις προσευχές μου, κι ας μην είχα στραφεί ποτέ σ’ αυτόν. Ήταν πρόθυμος να μου διώξει τον πόνο και να με ξανακάνει υγιή, αν δεχόμουν να γίνω δικός του. Δεν ήταν δύσκολη απόφαση, Χούμα. Δέχτηκα αμέσως και ευχαρίστως.»
Ο Χούμα παρακαλούσε να συμβεί κάτι – να σαλέψει ο Άρχοντας Όσγουολ, να έρθουν κάποιοι ιππότες να δουν τι είναι αυτό το σκοτάδι, οτιδήποτε – αλλά δε γινόταν τίποτα. Πόσο καιρό το σχεδίαζε ο Ρέναρντ; Πόσο καιρό περίμενε αυτή τη στιγμή;
Ο Χούμα άκουσε μάλλον παρά είδε τη λεπίδα να έρχεται προς το μέρος του. Ο άλλος κινούνταν με μεγάλη σιγουριά μέσα στο σκοτάδι. Όμως ο Χούμα κατάφερνε να αποφεύγει τα χτυπήματα ξανά και ξανά – κι ας ήξερε ότι ο Ρέναρντ ήταν ο καλύτερος μονομάχος απ’ όλους. Και ειδικά τώρα που είχε απέναντι του ένα Χούμα που βρισκόταν σε τέτοια εσωτερική διαμάχη.
Τότε, τόσο ξαφνικά όσο του είχε επιτεθεί, ο Ρέναρντ σταμάτησε. Γέλασε σιγανά. «Πολύ καλός. Σαν τον πατέρα σου.»
«Τον πατέρα μου;»
Μονομαχώντας, είχαν απομακρυνθεί από την πύλη και είχαν προχωρήσει προς τα εκεί που στέκονταν οι κληρικοί κατά τη διάρκεια των τελετουργιών τους. Ο Ρέναρντ έβγαλε την κουκούλα του – και ακόμα και στο σκοτάδι, ο Χούμα μπόρεσε να διακρίνει το ωχρό, τραβηγμένο του δέρμα. «Ο πατέρας σου. Ω, ναι. Για αυτό σε προστάτεψα, βλέπεις. Το σημάδι του Μόρτζιον, ακόμα και σε κάποιον άσχετο, δηλώνει ότι δεν πρέπει να τον πειράξουν ποτέ οι πιστοί του Μόρτζιον.»