Ο Χούμα θυμήθηκε τα λόγια των πιστών του Μόρτζιον στα ερείπια. Είχαν δει το σημάδι και είχαν τσακωθεί γι’ αυτό. Ο Σκουλάρις δεν ήξερε γιατί το είχε ο Χούμα.
«Τι ανόητος αισθηματίας που είμαι» συνέχισε ο Ρέναρντ «να θέλω να σώσω το συγγενή μου.»
«Το συγγενή σου;»
«Μοιάζεις τόσο με τον αδερφό μου, Χούμα. Ντούρακ ήταν το όνομά του – Ντούρακ, Άρχοντας του Έλντορ, ενός τόπου που καταλήφθηκε λίγο μετά την είσοδο και των δυο μας στις τάξεις της Ιπποσύνης. Τίποτα δεν απομένει από το Έλντορ σήμερα, εκτός από μερικά θλιβερά ερείπια. Δε βαριέσαι. Αντίθετα, με τις εκτάσεις των Μπάξτρι που κυβερνούσαν μαζί ο Όσγουολ και ο Τρέικ, εγώ δε θα κληρονομούσα τίποτα. Ο πατέρας σου ήταν ο κληρονόμος, ως πρωτότοκος.»
«Σταμάτα!» Ο Χούμα ρίχτηκε βίαια στον άνθρωπο που είχε προδώσει ό,τι είχε πιστέψει. Στον άνθρωπο που είχε υπάρξει φίλος του.
Ο Ρέναρντ αμύνθηκε με ευκολία. Ύστερα από λίγες στιγμές χωρίστηκαν ξανά.
«Ανήκα στον Μόρτζιον πολύ καιρό πριν μας στείλει ο πατέρας μας ως ακολούθους στο Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ. Από την αρχή προσπάθησα να προστατέψω τον Ντούρακ. Στο κάτω-κάτω ήταν οικογένειά μου. Οι άλλοι ακόλουθοι του Μόρτζιον μπορεί να μην το καταλάβαιναν αυτό, γι’ αυτό του έκανα το ίδιο αόρατο σημάδι που προστάτεψε κι εσένα από αυτούς. Ο πατέρας σου πέθανε στη μάχη ένα μόλις χρόνο αφότου έγινε ιππότης. Έμεινε πίσω με μια χούφτα συντρόφους για να κλείσει ένα πέρασμα των ανατολικών βουνών προς το Ύλο – το μοναδικό πέρασμα που θα επέτρεπε στις δυνάμεις της βασίλισσας να μας επιτεθούν από τα νώτα. Οι υπόλοιποι τρέξαμε με τα άλογα να ειδοποιήσουμε τον κυρίως στρατό. Δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα. Ειρωνεία, ε; Εκείνη την τελευταία στιγμή ήθελα να του πω την αλήθεια για τον εαυτό μου, αλλά, φυσικά, δεν μπορούσα. Ήξερα πως άφηνε πίσω του μια σύζυγο κι ένα γιο.»
Ο Χούμα ρίγησε. Ένα μέρος του εαυτού του ήθελε ν’ ακούσει την υπόλοιπη ιστορία κι ένα άλλο αηδίαζε.
«Θα πρέπει κάποτε να ρωτήσεις τον Άρχοντα Όσγουολ να σου πει για τον Ντούρακ. Όταν τον συναντήσεις στην άλλη όχθη!» Ο Ρέναρντ επιτέθηκε στον Χούμα πιάνοντας στον ύπνο τον ταραγμένο ιππότη. Πάλεψαν και ο Χούμα βρέθηκε να κοιτάζει ένα πρόσωπο σχεδόν παραμορφωμένο από την τρέλα. Πάει το ατάραχο προσωπείο που τον έκανε πάντοτε να απορεί, πάει η μάσκα που πίσω της ο Ρέναρντ έκρυβε την προδοσία του. Ο Χούμα κατάφερε να τον απωθήσει.
«Πώς την έλεγαν, ανιψιέ; Καρίνα; Μια φορά μονάχα την είδα ύστερα από χρόνια, όταν βρήκα επιτέλους το χωριό όπου πήγαινε πριν το θάνατό του. Ήταν ωραία γυναίκα –σταρένια μαλλιά, πρόσωπο ξωτικού, λεπτή– μια γυναίκα γεμάτη ζωή. Σκέφτηκα να την πολιορκήσω, αλλά τότε είδα εσένα –ολόιδιος ο Ντούρακ, αν και μικρό παλικαράκι– και κατάλαβα ότι, έτσι φρικτός που ήμουν, θα με απέφευγε. Ήταν ανοησία μου να σκεφτώ οτιδήποτε πέρα από την υπόσχεσή μου στον αληθινό μου κύριο.» Το σπαθί του Ρέναρντ κατέβηκε πάνω στον Χούμα σκίζοντας τον αέρα. Ο νεότερος ιππότης κύλησε στο πλάι και στάθηκε με τα γόνατα λυγισμένα.
«Τη σκότωσες, έτσι δεν είναι;» Η φωνή του Χούμα ήταν ψυχρή και άψυχη, καθώς ξαναζούσε επιτέλους τις μέρες της μοιραίας αρρώστιας της μητέρας του, μιας αρρώστιας που έλεγες πως είχε έρθει από το πουθενά.
«Θα έπρεπε να με ευχαριστήσεις. Εσένα σκεφτόμουν. Ήθελα να γίνεις ο ιππότης που θα γινόταν ο Ντούρακ. Πίστεψα ότι μπορούσα να σε κρατήσω στην άγνοια.» Ο Ρέναρντ χαμογέλασε αισχρά.
«Το όνειρα. Είδα ένα όνειρο για τον απαίσιο θεό σου.»
«Σκέφτηκα να σε φέρω με το μέρος μου, να σε κάνω σύντροφο και να γλιτώσουμε τα τωρινά.»
«Τι συμβαίνει εδώ, μα τον Πλατινένιο Δράκο;»
Οι δυο αντίπαλοι κοκάλωσαν, ενώ το δωμάτιο φωτίστηκε. Στην πόρτα στεκόταν ο Μπένετ με δυο συντρόφους του από το Τάγμα του Ξίφους δεξιά κι αριστερά του. Μια γοργή ματιά έδειξε στον Ρέναρντ την παράλειψή του. Ο Μπένετ πρέπει να είχε αποσυρθεί για να κοιμηθεί με τη θέλησή του ή τουλάχιστον να είχε φύγει από το ναό και ο Ρέναρντ δεν είχε προλάβει να του κάνει ό,τι και στους υπόλοιπους.
«Ρέναρντ; Χούμα;» Όποια κι αν ήταν τα ελαττώματά του, ο γιος του νεκρού Μεγάλου Μάγιστρου δεν ήταν καθόλου αργός. Αντιλήφθηκε αμέσως το σκηνικό, είδε τον κουρελιασμένο μανδύα και την κουκούλα που σκέπαζε την πανοπλία του Ρέναρντ και κατάλαβε τι αντιπροσώπευε ο ιππότης.
Ο Μπένετ τράβηξε το σπαθί του και σημάδεψε τον προδότη. «Τον θέλω αυτόν!»
«Πόσο γρήγορα χάνεται το επίχρισμα της αξιοπρέπειας μπροστά στα ευτελή αισθήματα» σχολίασε πικρά ο Ρέναρντ. Χωρίς άλλη λέξη, έδωσε μια άγρια σπαθιά στον Χούμα –που την απέφυγε σκύβοντας– και πήδησε πάνω από τα στασίδια.