Выбрать главу

«Δεν έχει πού να πάει!» Τώρα ο Μπένετ έμοιαζε περισσότερο με αρπακτικό. Τα μάτια του ήταν ορθάνοιχτα κι έκαιγαν έντονα, αλλά έπιαναν την κάθε κίνηση, μελετούσαν την κάθε γωνία. Οι κινήσεις του ήταν ρευστές, υπολογισμένες. Ο Μπένετ ήταν ένα γεράκι έτοιμο να βουτήξει στο θύμα του. Τώρα παραμόνευε τον Ρέναρντ.

Όμως ο Ρέναρντ μπήκε στη σκιά του τοίχου – και τον διαπέρασε. Ο Χούμα έτρεξε στον τοίχο πριν από τους άλλους κι άγγιξε το σημείο. Δεν περίμενε ότι ο Ρέναρντ θα χρησιμοποιούσε μαγεία για να ξεφύγει, όπως είχε κάνει κάποτε ο Μάτζιους. Όχι, μπορεί… ναι! Τα δάχτυλα του Χούμα βρήκαν μια μικρή προεξοχή και ξαφνικά ο τοίχος άνοιξε να τον καταπιεί. Πίσω του άκουσε τον Μπένετ να φωνάζει στους άλλους δύο να τον ακολουθήσουν και έπειτα ο τοίχος έκλεισε ξανά. Ο Χούμα δεν είχε το χρόνο να τους περιμένει.

Πού έλπιζε να πάει ο Ρέναρντ;

Τα γρήγορα βήματα του μεγαλύτερου ιππότη μόλις που ακούγονταν να ανεβαίνουν μια σκάλα. Τι έλπιζε να βρει εκεί πάνω;

Αυτή δεν ήταν κάποια αρχαία, κρυφή σκάλα, όπως υπέθεσε στην αρχή ο Χούμα. Προσπέρασε δυο παράθυρα και συνέχισε να ανεβαίνει στο επόμενο πάτωμα. Η σκάλα τελείωνε σε μια καταπακτή της οροφής. Σήκωσε προσεκτικά το χέρι του και με το μαχαίρι έτοιμο στο άλλο χέρι, την έσπρωξε ν’ ανοίξει. Άνεμος και βροχή όρμησαν να τον χαιρετήσουν.

Η επίθεση που περίμενε δε συνέβη.

Βήματα πίσω του τον ειδοποίησαν για την παρουσία του Μπένετ και των δύο συντρόφων του. Ο Χούμα δεν ήθελε να βρεθούν αυτοί αντιμέτωποι με τον Ρέναρντ. Τον ήθελε για τον εαυτό του. Ανέβηκε αργά τα σκαλιά και βγήκε έξω, στη βροχή.

Η σκεπή ήταν άδεια. Δεν υπήρχε μέρος να κρυφτείς, ούτε τόπος για να τρέξεις. Ο ιππότης πλησίασε την πιο κοντινή μαρκίζα και κοίταξε. Ιππότες άρχιζαν να μαζεύονται από κάτω. Ο Μπένετ είχε σημάνει συναγερμό.

Ο πρώτος από τους δύο συντρόφους του Μπένετ βγήκε από την καταπακτή. «Πού είναι; Τον έπιασες;»

Ο Χούμα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Πού ήταν ο Ρέναρντ; Οι νεοφερμένοι χτένισαν κι εκείνοι τη σκεπή, αλλά δε βρήκαν ούτε ίχνος. Ο Ρέναρντ είχε απλώς εξαφανιστεί.

Αυτό ο Μπένετ αρνιόταν να το πιστέψει. Ιππότες έψαξαν όλα τα γύρω κτίρια και, μη βρίσκοντας τίποτα, έψαξαν και το υπόλοιπο Ακροπύργιο. Μάζεψαν τα πράγματα του Ρέναρντ και τα επιθεώρησαν κι αυτά, αλλά δε βρήκαν στοιχεία.

Μόλις έμαθαν για την επίθεση, οι κληρικοί έσπευσαν στο πλευρό του Όσγουολ. Προς μεγάλη τους έκπληξη, εκείνος φάνηκε να συνέρχεται. Όπως εξήγησε ένας κληρικός στον Χούμα, στον Μπένετ και στους υπόλοιπους συγκεντρωμένους, το σώμα του Άρχοντα Όσγουολ απέβαλε την επήρεια του φίλτρου που του είχε δώσει νωρίτερα ο Ρέναρντ – κι έτσι ο δολοφόνος υπολόγιζε να του δώσει και δεύτερη δόση πριν προλάβει να συνέλθει.

Ενώ οι ιππότες σκορπίζονταν, άλλοι για να συνεχίσουν το ψάξιμο κι άλλοι στα διάφορα καθήκοντά τους, ο Χούμα ένιωσε ένα χέρι στον ώμο του. Αναπήδησε. Πρώτη του σκέψη ήταν πως ο Ρέναρντ είχε γυρίσει για να τον αποτελειώσει. Η μορφή πίσω του μίλησε. «Ο Μπένετ είμαι.»

Ο Χούμα γύρισε αργά και οι δυο άντρες βρέθηκαν αντικριστά. Ο ανιψιός του Όσγουολ φαινόταν να πολεμάει με διάφορα συναισθήματα ταυτόχρονα, γιατί στο πρόσωπό του διάβαζες εκφράσεις ντροπής, θυμού και σύγχυσης. Τελικά άπλωσε το χέρι.

«Σου είμαι ευγνώμων για όλα όσα έκανες.»

Αβέβαιος για το πώς να αντιδράσει, ο Χούμα πήρε απλώς το χέρι του άλλου και το έσφιξε. «Απέτυχα να συλλάβω το φονιά του πατέρα σου.»

Ο Μπένετ πίεσε τον εαυτό του να μείνει απαθής. Ο Χούμα καταλάβαινε ότι ο άλλος ένιωθε πάρα πολύ άβολα. «Τον αποκάλυψες. Έσωσες το θείο μου. Και… και μάλιστα πολέμησες με αυτό τον ωχρό προδότη και τον συγκράτησες, πράγμα που εγώ δε θα κατάφερνα.»

Ο ιππότης με το γερακίσιο πρόσωπο τον χαιρέτησε κοφτά και έφυγε. Ο Χούμα τον είδε να χάνεται μ’ ένα σύντομο χαμόγελο στα χείλη, πριν γυρίσει κι αυτός για να φύγει, ελπίζοντας να βρει κάποιο ίχνος του Ρέναρντ.

Κανείς δεν ξαφνιάστηκε όταν δύο μέρες αργότερα ο Άρχοντας Όσγουολ έγινε ο καινούριος Μεγάλος Μάγιστρος. Πριν παρθεί η απόφαση, είχε μείνει απομονωμένος και μιλούσε μόνο με τα μέλη του Συμβουλίου. Κάθε πιθανή αντίρρηση του Μπένετ είχε εξαφανιστεί. Και μάλιστα, ο ανιψιός του νέου Μεγάλου Μάγιστρου τού ζητούσε να προαχθεί στο Τάγμα του Ρόδου. Κατά πάσα πιθανότητα, θα τον πρότειναν. Ήταν επίσης αναμενόμενο ότι μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα θα φορούσε τα εμβλήματα του Υψηλού Πολεμιστή.

Ο Χούμα κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για να αντέξει αυτές τις δυο μέρες. Όταν του παραχωρήθηκε, επιτέλους, ακρόαση από τον Άρχοντα Όσγουολ, ο Χούμα έτρεμε ολοφάνερα. Για εκείνον, ο Μεγάλος Μάγιστρος ήταν μια μορφή σχεδόν τόσο σεβαστή όσο και ο Πάλανταϊν, γιατί αυτός ήταν στο κάτω-κάτω το ζωντανό σύμβολο της θέλησης της Τριανδρίας.