Καθώς γονάτιζε υποτακτικά, ένας παράξενος ήχος έφτασε στα αυτιά του και τόλμησε να σηκώσει τα μάτια. Περιστοιχισμένος από μια εντυπωσιακή τιμητική φρουρά παλαίμαχων και των τριών ταγμάτων, ο Μεγάλος Μάγιστρος καθόταν στο θρόνο του και γελούσε.
«Σήκω όρθιος, Χούμα. Μαζί μου δε χρειάζονται τέτοιες τσιριμόνιες.»
Ο Χούμα σηκώθηκε και πλησίασε. «Μεγάλε Μάγιστρε…»
Αναστεναγμός. «Αν θες να ακολουθήσεις τους τύπους, λέγε με τουλάχιστον Άρχοντα Όσγουολ. Εγώ δεν έχω την ξιπασιά του αδερφού μου – όχι ακόμα τουλάχιστον.»
«Άρχοντα Όσγουολ, πριν αρχίσω, πες μου για τον Ντούρακ του Έλντορ.»
«Τον Ντούρακ; Ήξερα δυο-τρεις. Του Έλντορ… δεν είμαι σίγουρος…»
«Σε παρακαλώ. Ξέρεις ποιον λέω. Τον αδερφό του Ρέναρντ. Τον… πατέρα μου.»
Ο νέος Μεγάλος Μάγιστρος τον κοίταξε με το στόμα ανοιχτό. «Πατέρας σου; Ο Ντούρακ; Μα τότε ο Ρέναρντ…»
«Θείος μου.» Ο Χούμα κατάπιε μια κακιά λέξη.
«Πάλανταϊν!» Η φωνή του Άρχοντα Όσγουολ μόλις ξεπερνούσε τον ψίθυρο. «Χούμα, λυπάμαι ειλικρινά.»
«Άρχοντά μου. Ο πατέρας μου;»
Ο Μεγάλος Μάγιστρος σκούπισε κάτι από το μάτι του. «Λυπάμαι, Χούμα. Μακάρι να μπορούσα να σου τα πω όλα, αλλά ειλικρινά δε θυμάμαι πολλά. Ο Ντούρακ ήταν καλός ιππότης, αν και κάπως υπερβολικά ενθουσιώδης. Ήταν λαμπρός πολεμιστής, γεννημένος πολεμιστής, θα έλεγες, και μάθαινε τόσο εύκολα… Θυμάμαι ότι περνούσε πολύ χρόνο στα δυτικά, αλλά δεν ήξερα ότι είχε οικογένεια εκεί. Θυμάμαι όμως» είπε ο Όσγουολ τρίβοντας το πιγούνι του «ότι μας φώναζε όταν τον αφήσαμε με τους άλλους να κρατήσουν το πέρασμα. Τώρα καταλαβαίνω τι εννοούσε. Όταν μας φώναξε «Να τους προσέχετε», νόμισα πως εννοούσε τους άντρες του. Τι ανόητος! Εννοούσε την οικογένειά του –και αυτό το ήξερε μόνο ο Ρέναρντ.»
Ο Μεγάλος Μάγιστρος δεν είχε άλλα να προσθέσει, πράγμα που απογοήτευσε τον Χούμα, αν και δεν το έδειξε. Την αμήχανη σιωπή έσπασε ο Όσγουολ λέγοντας «Έχεις την άδειά μου να πας στο Έργκοθ και στα βουνά σου. Πόσους ιππότες θα χρειαστείς να σε συνοδέψουν;»
«Κανένα.»
«Κανένα;» Ο Μεγάλος Μάγιστρος έγειρε μπροστά, με τα χέρια του να σφίγγουν γερά το θρόνο. «Όπως είπες και ο ίδιος, αυτό είναι θέμα εξαιρετικής σπουδαιότητας, θέλω να εξασφαλίσω την επιτυχία σου. Ο Πάλανταϊν έκρινε σκόπιμο να μας δώσει αυτή την ευκαιρία, αλλά εγώ δε σ’ αφήνω να μπεις σε περιττούς κινδύνους»
«Αυτό που θέλει ο Πάλανταϊν πρέπει να το πάρει από εμένα και μόνο» απάντησε ο Χούμα. «Το νιώθω. Δεν μπορώ να εξηγήσω πώς. Απλώς, έτσι μου φαίνεται σωστό.»
Ο Όσγουολ αναστέναξε και έγειρε πίσω στο θρόνο. «Είσαι πολύ πειστικός. Το μυαλό μου μου λέει ότι κάνεις λάθος, αλλά η καρδιά μου σε ακούει. Νομίζω ότι στο συγκεκριμένο θέμα θα ακολουθήσω την καρδιά μου, γιατί σ’ αυτήν αρχίζει η πίστη.»
«Ευχαριστώ, άρχοντά μου.»
Ο Άρχοντας Όσγουολ σηκώθηκε όρθιος. Ο Χούμα τον μιμήθηκε. Ο Μεγάλος Μάγιστρος τον έπιασε γερά από τους ώμους. «Άσχετα από τη γέννησή σου και το ποιοι ήταν οι γονείς σου, εγώ θα σε βλέπω πάντα σαν γιο μου.»
Κρατήθηκαν έτσι για μια στιγμή και ύστερα ο Όσγουολ τον άφησε. «Πήγαινε. Φύγε πριν γίνω ένας ακόμη πιο ανόητος ευαίσθητος.»
Λίγοι ιππότες υπήρχαν στο προαύλιο όταν ξεκίνησε να φύγει ο Χούμα. Το προτιμούσε έτσι. Θα έκανε την αναχώρησή του ευκολότερη – για τον ίδιο τουλάχιστον. Ένα μέρος του εαυτού του ένιωθε σαν να το έβαζε στα πόδια, ενώ έπρεπε να μείνει στο Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ μέχρι να βρεθεί και να τιμωρηθεί ο Ρέναρντ. Ωστόσο, ο Χούμα δεν ήθελε πια να έχει καμία σχέση με τη σύλληψή του. Ήξερε πάρα πολύ καιρό το λιπόσαρκο ιππότη για να ξεχάσει το παρελθόν, τότε που ήταν φίλοι.
Πρόσεξε όμως μια μορφή. Ήταν ο Μπένετ. Όρθιος στο στηθαίο, έψαχνε με το βλέμμα του το Ακροπύργιο. Ο ανιψιός του Μεγάλου Μάγιστρου αναζητούσε ακόμα το δολοφόνο του πατέρα του. Η έρευνα στα προσωπικά είδη του Ρέναρντ είχε αποκαλύψει κάτι αρχαία σχέδια του Ακροπυργίου που τα θεωρούσαν οριστικά χαμένα. Περιλάμβαναν και δύο περάσματα προς το ναό, που ακόμα και οι κληρικοί τα αγνοούσαν.
Δύσθυμα, ο Μπένετ έστρεψε το βλέμμα του από τις εκτάσεις που περιέβαλλαν το Βίνγκααρντ και πρόσεξε τον Χούμα. Του έγνεψε αργά και ύστερα γύρισε να φύγει. Αυτό ήταν όλο.
Ο δρόμος του έφερε τον Χούμα μέσα από ένα άλλο μισοπεθαμένο χωριό. Προχωρούσε μία ώρα. Δυο φορές είχε συναντήσει ιππότες που περιπολούσαν – και τις δύο τούς ενημέρωσε για τη μάταιη αναζήτηση του προδότη Ρέναρντ στο Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ. Οι κάτοικοι του συγκεκριμένου χωριού κοίταζαν τον Χούμα με διαφορετικό ύφος από τους κατοίκους των χωριών απ’ όπου είχε περάσει μέχρι τότε. Υπήρχε ένταση ακόμα και στις κινήσεις τους, λες και περίμεναν να δουν την ίδια τη δρακοβασίλισσα να κατεβαίνει από τον ουρανό από στιγμή σε στιγμή. Άρχισαν να μαζεύονται αργά γύρω από τον Χούμα και το άλογό του.