Το πολεμικό άλογο καθυστερούσε νευρικά, φουσκώνοντας τα ρουθούνια του στη θέα των πιθανών εχθρών. Ο Χούμα τράβηξε γερά τα γκέμια, παίρνοντας ξανά τον έλεγχο του ζώου. Δεν ήθελε το αίμα αθώων χωρικών στα χέρια του.
Σε λίγο ήταν αδύνατον να προχωρήσει το άλογο – τόσο πυκνό είχε γίνει το συγκεντρωμένο πλήθος. Οι χωρικοί τύλιξαν το άλογο και τον αναβάτη του με ένα κύμα ανθρώπινου φόβου. Ο Χούμα άρχισε να ξεχωρίζει πνιχτές ερωτήσεις, σχετικές με τα γεγονότα του Ακροπυργίου.
Ένα ρυπαρό, κοκαλιάρικο χέρι τού άγγιξε το δεξί πόδι.
Μια τραχιά φωνή τον ρώτησε «Αλήθεια είναι; Δολοφόνησαν τον Μεγάλο Μάγιστρο; Δεν είμαστε ασφαλείς πια;»
«Εγώ άκουσα ότι το Συμβούλιο θέλει να παραδοθεί!» φώναξε ένας άλλος από κάπου μακριά.
Τα τελευταία αυτά λόγια ενέτειναν την ανησυχία του πλήθους. Οι χωρικοί συγκεντρώθηκαν ακόμη πιο κοντά του, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο που σήμαιναν γι’ αυτούς οι οπλές του εκπαιδευμένου αλόγου. Ο Χούμα προσπάθησε να τους απωθήσει.
«Κάντε πέρα! Αφήστε με να περάσω, αλλιώς το άλογο μπορεί να σας χτυπήσει!»
«Το σκάει!» φώναξε η ίδια φωνή. «Οι ιππότες είναι χαμένοι!»
«Χαθήκαμε όλοι μας!» σκλήρισε μια γριά. Λιποθύμησε και χάθηκε μέσα στο πυκνό πλήθος.
«Δεν μπορείς να μας αφήσεις έτσι!»
«Πας να σώσεις το τομάρι σου!»
«Γύρνα πίσω!» Πρόσωπα γεμάτα οργή και σύγχυση μπήκαν στο οπτικό πεδίο του Χούμα. Χέρια αρπακτικών υψώθηκαν προς το μέρος του. Το άλογο σηκώθηκε στα πισινά του πόδια τρομαγμένο. Όσοι βρίσκονταν μπροστά του, ήρθαν στα συγκαλά τους και γύρισαν να φύγουν. Οι πιο πίσω όμως συνέχιζαν να κινούνται προς τα εμπρός.
Ένας ηλικιωμένος άντρας έπεσε. Ο ιππότης κατάφερε να ηρεμήσει το υποζύγιό του κι επέλεξε μια πορεία που θα του επέτρεπε να βοηθήσει το γέρο.
«Μας πρόδωσε όλους! Έριξε το γέρο κάτω! Πάνω του!»
Αγριεμένα, κοκαλιάρικα δάχτυλα απλώθηκαν κατά τον Χούμα. Εκείνος τράβηξε το σπαθί του και τους απείλησε. Οι χωρικοί υποχώρησαν, αλλά δεν είχαν κανένα σκοπό να τα παρατήσουν –έτσι που φοβούνταν ότι οι Ιππότες της Σολάμνια τους εγκατέλειπαν στο έλεος της δρακοβασίλισσας.
Αυτή τη φορά ο Χούμα εντόπισε τον υποκινητή της φασαρίας: μια φιγούρα ντυμένη με απλά ρούχα αγρότη, που στεκόταν παράμερα. Όταν κατάλαβε ότι τον είχε δει ο ιππότης, ο άντρας δεν έκανε καμία κίνηση να φύγει. Αντί γι’ αυτό, τράβηξε μια βαριά σπάθα, αποκαλύπτοντας ξανά το πρόσωπο του Κακού.
Ο Χούμα οδήγησε το άλογό του ανάμεσα στο πλήθος, απωθώντας τον κόσμο με το σπαθί του και ευχαριστώντας τον Πάλανταϊν που κανείς δεν τον προκαλούσε να τον χτυπήσει.
Τράβηξε τα γκέμια ούτε δύο μέτρα από τη μορφή.
«Ο Μπένετ πιστεύει πως είσαι ακόμα στο Ακροπύργιο.»
Ο Ρέναρντ χαμογέλασε κοφτά. «Ήμουν, μέχρι να επισημοποιηθεί ο διορισμός του Άρχοντα Όσγουολ. Ύστερα ήρθα εδώ για να τους πω τα νέα.»
Ο Χούμα πήδησε από το άλογο χωρίς να πάρει τα μάτια του από το θείο του, ούτε να βάλει το σπαθί στο θηκάρι του. «Για να σπείρεις το φόβο στις καρδιές τους, εννοείς. Για να διαλύσεις την εμπιστοσύνη και να φαγωθούμε μεταξύ μας.»
«Αυτή είναι η αποστολή μου. Αλλά όχι μόνο σε τούτους εδώ. Σε όλα τα χωριά της περιοχής. Από χτες έχω να κοιμηθώ.»
«Τελικά τα βρήκαν τα κρυφά σου περάσματα.»
«Το ξέρω. Επίτηδες τους άφησα τους χάρτες. Δεν τους χρειαζόμουν πια.»
«Αυτό είναι τρέλα, θείε.»
«Θείος. Να μια λέξη που ποτέ δεν περίμενα ν’ ακούσω από σένα. Ο κόσμος ολόκληρος είναι μια τρέλα. Εγώ προσπαθώ να τον συνεφέρω.» Ο Ρέναρντ του έδειξε τους χωρικούς μιλώντας αρκετά χαμηλόφωνα, για να μην τον ακούσουν. «Ο φόβος θα απλωθεί παντού. Μέσα στην απελπισία τους, θα βαδίσουν ενάντια στο Ακροπύργιο και οι ιππότες θα αναγκαστούν να τους απωθήσουν, σκοτώνοντας τουλάχιστον μερικούς. Οι σπουδαίοι Ιππότες της Σολάμνια δε θα χαλάσουν μονάχα τη φήμη τους αλλά και το ηθικό τους. Δε χρειάζεται να πω άλλα.»
«Τα είχες σχεδιάσει όλα.»
«Φυσικά. Θα μπορούσα να σκοτώσω ολόκληρο το Συμβούλιο, αλλά αυτό απλώς θα ενίσχυε την αποφασιστικότητα των ιπποτών. Γι’ αυτό ταξίδεψα στις κοντινές περιοχές μεταμφιεσμένος, προκαλώντας αναταραχή.» Ο Ρέναρντ ίσιωσε το κορμί του και το σπαθί κουνήθηκε αργά μπρος-πίσω. «Το μοναδικό καθήκον που μου απομένει είσαι εσύ, Χούμα. Το ήξερα ότι θα διάλεγες αυτό το δρόμο. Δεν μπορώ να σου επιτρέψω να γυρίσεις σ’ αυτή τη… σπηλιά. Μπορεί να είναι τρέλα από μέρους σου, αλλά δεν το νομίζω. Δεν μπορώ να ρισκάρω να κάνω λάθος σχετικά με κάτι τόσο σημαντικό.»