Выбрать главу

Το σπαθί του τινάχτηκε με φόρα. Ο Χούμα απέκρουσε αμέσως τη σπαθιά. Καθώς πολεμούσαν οι δυο ιππότες, οι χωρικοί απομακρύνθηκαν, αλλά τα γεμάτα φρικτή προσμονή μάτια τους έδειξαν στον Χούμα ότι περίμεναν να δουν τον ένα τους να πεθαίνει – τόσο ολοκληρωτικά είχαν καταντήσει πιόνια του Ρέναρντ.

Ο αδύνατος ιππότης ταλαντεύτηκε προσφέροντας στον Χούμα ένα άνοιγμα. Η ικανότητα του Ρέναρντ του επέτρεψε να αποκρούσει το μεγαλύτερο μέρος της σπαθιάς, αλλά και πάλι η λεπίδα του Χούμα μπόρεσε να γλιστρήσει κάτω από το δεξί πλευρό του και να του καταφέρει ένα φευγαλέο χτύπημα. Όμως η λεπίδα βρήκε πάνω σε μια συμπαγή επιφάνεια, κάτω από το μανδύα του Ρέναρντ, και στα ωχρά χαρακτηριστικά του σχηματίστηκε ένα πανούργο χαμόγελο. Κάτω από τα ρούχα του χωρικού φορούσε πάντα την πανοπλία του.

Οι λεπίδες τους συγκρούστηκαν ξανά και ξανά, καθώς διέσχιζαν μονομαχώντας το κάθυγρο από τη βροχή χωριό. Ο ανθρώπινος τοίχος που τους περιέβαλλε καμπτόταν κι έστριβε, αλλά δεν άνοιγε ποτέ. Ο Χούμα αναρωτήθηκε τι θα του συνέβαινε ακόμα κι αν νικούσε τον Ρέναρντ. Πολύ πιθανό να έπεφταν πάνω του οι χωρικοί.

«Πολύ καλά!» σφύριξε ο Ρέναρντ. «Καλά σ’ έχω εκπαιδεύσει!»

«Πολύ καλά.» Ο Χούμα δεν είπε τίποτα περισσότερο. Ήξερε ότι έπρεπε να κάνει αιματηρή οικονομία δυνάμεων, γιατί ο Ρέναρντ ζούσε μέσα στην τρέλα του και πολεμούσε με ατρόμητη δύναμη και μανία.

Ο Χούμα γλίστρησε στη λάσπη τη στιγμή που η λεπίδα του Ρέναρντ περνούσε αστράφτοντας από το λαρύγγι του. Ο προδότης έπεσε μπροστά και ο Χούμα τον βρήκε στο πόδι. Ο Ρέναρντ δε φώναξε, αν και το πόδι του πλημμύρισε σχεδόν αμέσως στο αίμα. Τραβήχτηκε κουτσαίνοντας μακριά από τον Χούμα.

Στράφηκαν ξανά ο ένας ενάντια στον άλλο. Ο Χούμα ήταν στο όριο της εξάντλησης, ενώ ο Ρέναρντ έχανε δυνάμεις από την τρομερή πληγή στο μπροστινό μέρος του δεξιού του ποδιού. Η λεπίδα του Χούμα είχε χάσει παρά τρίχα τους μυς και τους τένοντες που θα κούτσαιναν τον Ρέναρντ.

«Παραδόσου, Ρέναρντ. Θα σου φερθούμε δίκαια. Τ’ ορκίζομαι.»

Ο ιππότης φαινόταν πιο ωχρός απ’ ό,τι συνήθως. «Δεν το νομίζω. Ένας προδότης σαν την αφεντιά μου, που σκότωσε ένα Μεγάλο Μάγιστρο και παραλίγο να σκοτώσει και δεύτερο, δεν μπορεί να περιμένει δίκαιη μεταχείριση από τους ιππότες.»

Ο Χούμα ήξερε ότι όσο περισσότερο μιλούσαν η δύναμή του θα επέστρεφε, ενώ του Ρέναρντ θα εξακολουθούσε να χάνεται μαζί με το αίμα του. Ακόμα και εκείνη τη στιγμή, με δυσκολία στεκόταν όρθιος.

«Έλα, ανιψιέ. Ας τελειώνουμε.» Με εκπληκτική αντοχή, ο Ρέναρντ όρμησε στον Χούμα με μια ποικιλία κινήσεων. Ο Χούμα δεν υποχώρησε και άρχισε σιγά-σιγά να περνάει στην άμυνα. Το πρόσωπο του Ρέναρντ άρχισε να θολώνει καθώς όλα γίνονταν πια αντανακλαστικά και τα μαθήματα που είχε πάρει ο Χούμα –τι ειρωνεία, τα μαθήματα του Ρέναρντ– του επέτρεπαν να αποκρούει όλες τις κινήσεις του αντιπάλου του μία-μία.

Μια επίθεση διαπέρασε την άμυνα του Ρέναρντ. Τον βρήκε στο δεξί του χέρι και ο προδότης παραλίγο να χάσει το σπαθί του, καθώς το πληγωμένο του μέλος τινάχτηκε για μια στιγμή ανεξέλεγκτο. Βρέθηκε εντελώς εκτεθειμένος και η λεπίδα του Χούμα πέρασε έναν πόντο μακριά από το πρόσωπό του.

Πλέον ήταν και οι δύο μέσα στη λάσπη. Ο Ρέναρντ είχε ελευθερωθεί από την τρέλα που τον διακατείχε και φαινόταν πια να συνειδητοποιεί ότι θα έχανε. Ο Χούμα ήταν καλύτερός του. Τα μάτια του το ήξεραν, έστω κι αν το πρόσωπό του αρνιόταν να δείξει το παραμικρό συναίσθημα. Το μόνο που μπορούσε ένα κάνει πια ήταν να αποφύγει τη χαριστική βολή.

Ο Χούμα διαπέρασε ξανά την άμυνα του θείου του και ξαφνικά ο Ρέναρντ βρέθηκε να ταλαντεύεται πάνω σε δύο πόδια που αιμορραγούσαν ακατάσχετα.

Σωριάστηκε στα γόνατα.

Αυτό έλυσε τα μάγια. Ο Χούμα δίστασε και χαμήλωσε το βλέμμα του στον Ρέναρντ, που ο ζωτικός του χυμός ανακατευόταν με το βούρκο. Μια έκφραση αηδίας απλώθηκε στο πρόσωπό του.

«Τελείωσε, Ρέναρντ. Δε θα σε σκοτώσω. Δε θα είχε νόημα.»

Ο Ρέναρντ προσπάθησε να σηκωθεί όρθιος. Πεσμένος στο ένα γόνατο, περίμενε με το σπαθί στο ύψος του ώμου, έτοιμος να αμυνθεί.

«Δε γυρίζω πίσω, Χούμα. Δε θα υποστώ τη γελοιοποίηση μιας δίκης.»

Ο Χούμα χαμήλωσε το σπαθί του.

«Άσε με να σε βοηθήσω. Ήσουν όντως καλός ιππότης. Ένας από τους καλύτερους.»

Το γέλιο με το οποίο του απάντησε ο Ρέναρντ έγινε άγριος βήχας. Ο πιστός του Μόρτζιον μόλις που κατάφερε να κρατηθεί για να μην πέσει. «Δεν καταλαβαίνεις; Ποτέ δεν ήμουν ιππότης! Από εκείνη τη μέρα η ζωή μου βρίσκεται στα χέρια ενός άλλου θεού – και ακόμα κι αυτόν τον πρόδωσα. Κοίταξέ με!» Ο Ρέναρντ χαμογέλασε αδύναμα και ο Χούμα είδε εμβρόντητος το ωχρό δέρμα του πρώην συντρόφου του να γίνεται άλικο. «Η ανταμοιβή της αποτυχίας μου. Ποτέ δε θεραπεύτηκα στ’ αλήθεια. Απλώς ζούσα την κάθε μέρα που περνούσε.»