Выбрать главу

«Ρέναρντ. Κάποια περίπολος θα περάσει. Μπορεί να βρουν έναν κληρικό.»

«Κανείς κληρικός δεν πρόκειται να με αγγίξει.»

Ό,τι ξόρκι ή εφιάλτη είχε ρίξει στο χωριό ο πρώην ιππότης διαλύθηκε, γιατί πλέον στη θέα της τρομερής πανούκλας ο κόσμος ούρλιαζε και φώναζε. Μέσα σε δευτερόλεπτα οι δυο μορφές απόμειναν μονάχες.

«Ρέναρντ…»

Ο άλλος δυσκολευόταν ακόμα και να μιλήσει. Ο λοιμός απλωνόταν σε ολόκληρο το κορμί του.

«Μην έρχεσαι κοντά μου, Χούμα. Μεταδίδεται με το άγγιγμα.» Ο Ρέναρντ χαμογελούσε. «Όταν τελειώσει, δε θα έχει μείνει τίποτα. Θα είναι τυχεροί αν βρουν κάτι παραπάνω από ένα κέλυφος.»

Που ήταν η περίπολος; Ο Χούμα σάρωσε τον ορίζοντα εκνευρισμένος.

«Αν αξίζει κάτι ο λόγος μου, ανιψιέ» τραύλισε ο ετοιμοθάνατος «ελπίζω να βρεις αυτό που ψάχνεις. Μπορεί να υπάρχει ακόμα ελπίδα.»

Να τοι. Ο Χούμα είδε κάτι μακρινές φιγούρες καβαλάρηδων. Προχωρούσαν όμως αργά. Υπερβολικά αργά.

«Χούμα…»

Ο νεαρός ιππότης χαμήλωσε τα μάτια. Το πρόσωπο του Ρέναρντ συσπάστηκε από τον πόνο. «Προσευχήσου στον Πάλανταϊν, Ρέναρντ! Η περίπολος πλησιάζει το χωριό. Όταν τους εξηγήσω…»

«Δεν υπάρχει τίποτα να εξηγήσεις, εκτός από το ότι πρέπει να κάψουν το πτώμα μου επιτόπου.» Ο Ρέναρντ ίσιωσε το κορμί του κι έπιασε τη λαβή της σπάθας του και με τα δυο του χέρια για να τη σταθεροποιήσει.

Με μια ταχύτητα που διέψευδε την αρρώστια του, έσυρε την κόψη της λεπίδας πάνω στο λαρύγγι του.

«Όχι!» Μόνο η συνειδητοποίηση ότι θα μετέφερε την πανούκλα σταμάτησε τον Χούμα και δεν τράβηξε το σπαθί από το τσακισμένο κορμί. Ήταν ήδη πολύ αργά. Κανείς κληρικός δε θα θεράπευε εγκαίρως τέτοιο τραύμα.

Το άτονο χέρι του Ρέναρντ άφησε το σπαθί, που έπεσε και καρφώθηκε στη λάσπη, μια στιγμή μονάχα πριν κάνει το ίδιο και το άψυχο κορμί του Ρέναρντ. Ο Χούμα άφησε και το δικό του όπλο να πέσει και σωριάστηκε στα γόνατα.

«Όχι.» Η φωνή του ήταν πιο σιγανή κι από ψίθυρος. Έφερε το πρόσωπο στα χέρια του και άφησε την πλημμύρα των συναισθημάτων του να πάρει το δρόμο της. Άκουσε αχνά τον ήχο πολλών οπλών – και ύστερα επικράτησε σιωπή.

Κεφαλαίο 20

Σιωπή. Τα ανάκατα χλιμιντρίσματα των αλόγων που πλησίαζαν και οι φωνές των τρομοκρατημένων χωρικών που πίστευαν ότι είχε εξαπολυθεί εναντίον τους το χειρότερο είδος λοιμού, ο θόρυβος των οπλών, ακόμα και ο άνεμος, όλα σώπασαν.

Τη σιωπή διέκοψε μια μακρινή κλαγγή μετάλλου πάνω σε μέταλλο.

Αργά, δύσπιστα, ο Χούμα σήκωσε το κεφάλι του από τις παλάμες του και κοίταζε τον κόσμο γύρω του με γουρλωμένα μάτια. Οι βασανισμένοι τόποι έξω από το Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ, η ύπαιθρος ολόκληρη, είχαν χαθεί.

Αυτό που στεκόταν εκείνη τη στιγμή μπροστά του ήταν ο καθρέφτης – ο ίδιος καθρέφτης που είχε πέσει μέσα του πριν από μέρες. Πλέον, αυτό που του αποκάλυπτε ήταν η αναμαλλιασμένη μορφή ενός τσακισμένου ιππότη που μόλις και μετά βίας φαινόταν ζωντανός.

Βρισκόταν ξανά στη σπηλιά του Γουιρμφάδερ.

Συνέβαινε στ’ αλήθεια; Στην αρχή φαινόταν απίθανο. Πιο λογικό ήταν να είναι παραίσθηση. Ωστόσο, ο Χούμα ένιωθε ακόμα τους πόνους απ’ όσα του είχαν συμβεί σε αυτό το υποτιθέμενο όνειρο. Εφιάλτης λοιπόν. Ένας πολύ αληθινός εφιάλτης. Γιατί ο Ρέναρντ ήταν όντως νεκρός.

Ο Χούμα έγειρε πίσω κι έβγαλε τα γάντια του. Έτριψε τα μάτια του και κοίταξε τον καταραμένο καθρέφτη.

Ήταν θυμωμένος κι ανακουφισμένος μαζί. Θυμωμένος που ένιωθε σαν μαριονέτα, ανακουφισμένος που θα του επιτρεπόταν να συνεχίσει την αναζήτηση του και ίσως και να επιστρέψει με τον Καζ και τον Μάτζιους.

Που βρίσκονταν εκείνοι άραγε όλο αυτό το διάστημα;

Ο Χούμα συνέχισε να κοιτάζει τον καθρέφτη. Ήταν ακόμα επηρεασμένος από το σοκ εξαιτίας της προδοσίας και του θανάτου του Ρέναρντ. Ο Ρέναρντ ήταν νεκρός και ο Χούμα θα προσευχόταν για εκείνον, αλλά οι ιππότες –όχι, ολόκληρο το Άνσαλον– είχε ακόμη μια ευκαιρία αν του είχαν πει την αλήθεια, ότι δηλαδή κάπου σ’ αυτά τα βουνά υπήρχε το κλειδί της νίκης.

Το είδωλο του ανταπέδωσε το βλέμμα μέσα από τον καθρέφτη και, επιτέλους, το μυαλό του συνέλαβε αυτό που έβλεπε.

Προχώρησε βιαστικά, μπροστά. Προς στιγμήν ο Χούμα είχε ξεχάσει τι είχε συμβεί σ’ αυτή την αίθουσα, τι είχε συμβεί στον ίδιο. Όσο δύσκολο κι αν φαινόταν κάτι τέτοιο, είχε σχεδόν ξεχάσει τον Γουιρμφάδερ.

Αν εκεί ο χρόνος περνούσε όπως και στο Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ, η πελώρια μορφή θα πρέπει να είχε σαπίσει. Νεκροφάγα όντα κάθε μορφής και σχήματος θα πρέπει να είχαν οριοθετήσει τις περιοχές τους. Τίποτα τέτοιο δε συνέβαινε όμως.

Το γιγάντιο κεφάλι με το λαιμό κειτόταν εκεί ακριβώς που είχε πέσει, αλλά ο γιγάντιος όγκος του Γουιρμφάδερ είχε γίνει μέταλλο, μέταλλο από τα πιο καθαρά, λαμπρότερο κι από το ασήμι. Ταυτόχρονα, έμοιαζε μ’ εκείνο το διαφορετικό μέταλλο περισσότερο από κάθε άλλο. Το χάιδεψε με τα χέρια του νιώθοντας την απαλότητά του και θαυμάζοντας την τεράστια ποσότητά του. Μη βρίσκοντας καλύτερο όνομα, το ονόμασε δρακοασήμι.