Выбрать главу

Περπάτησε αδέξια γύρω από την τεράστια μάζα, μαγνητισμένος ξαφνικά από το αντικείμενο που είχε σκοτώσει τον Γουιρμφάδερ. Κάπου ανάμεσα στα τεράστια σαγόνια του, το πελώριο πτώμα έκρυβε το σπαθί που είχε μιλήσει στον Χούμα. Ήταν σίγουρος ότι τον είχε καλέσει, όπως ήταν σίγουρος και ότι έπρεπε να το αποκτήσει. Ακόμα κι αν δεν επρόκειτο να κερδίσει τίποτε άλλο από αυτή την εμπειρία, το σπαθί το ήθελε.

Το κεφάλι του νεκρού τιτάνα ήταν αναποδογυρισμένο – και ο Χούμα διαπίστωσε ότι η κάτω σιαγόνα του ήταν σφιχτά κλεισμένη με την επάνω. Αυτό σήμαινε ότι το σπαθί ήταν θαμμένο μέσα σε ένα τρομερό όγκο καθαρού μετάλλου και ότι δεν υπήρχε τρόπος να το πάρει. Θυμωμένος, ο Χούμα χτύπησε με το χέρι του το ρύγχος του πλάσματος. Το τράνταγμα τον ξανάφερε στα συγκαλά του και αναρωτήθηκε τι εμμονή τον είχε πιάσει με το αρχαίο ξίφος. Καλύτερα να…

Κάτι κλότσησε με το πόδι του. Έβγαλε μεταλλικό ήχο και ο Χούμα κοίταξε κάτω και είδε ακριβώς το αντικείμενο που έψαχνε. Αναφωνώντας ξαφνιασμένος, έπεσε στα γόνατα και πήρε το όπλο κυριολεκτικά στην αγκαλιά του. Ήταν γραφτό να γίνει δικό του. Αυτό ήταν ένα σημάδι.

Από τη στιγμή που το άγγιξαν τα χέρια του, το σπαθί άρχισε να λάμπει ξανά. Ο Χούμα απόλαυσε ευτυχισμένος τη φεγγοβολή, γιατί τον χαλάρωνε και τον έκανε να ξεχνάει τα τρομερά γεγονότα των περασμένων ημερών. Διστακτικά, έβαλε το σπαθί στο θηκάρι του και σκαρφάλωσε πάνω στο πελώριο τέρας. Ο κυρτός λαιμός του Γουιρμφάδερ αποδείχτηκε εξαιρετική σκάλα για να φτάσει σε μια από τις ψηλότερες σήραγγες που υπήρχαν παντού στη σπηλιά και να ψάξει να βρει το μυστηριώδη σιδηρουργό. Θεώρησε πως αυτός ήταν ο λογικός προορισμός του.

Ούτε το άφθονο χρυσάφι, ούτε τα λαμπερά πετράδια τον ενδιέφεραν από τη στιγμή που είχε το σπαθί. Ο καθρέφτης εξακολουθούσε να του κινεί την περιέργεια, αλλά δεν μπορούσε να τον κουβαλήσει μέσα στη σπηλιά. Παρηγορήθηκε στη σκέψη ότι, αν τα κατάφερνε, θα γυρνούσε να τον πάρει.

Με μια σωστή λεπίδα επιτέλους στο χέρι του, ο Χούμα γρήγορα ένιωσε ξεκούραστος και σίγουρος για τον εαυτό του, καθώς ανέβαινε τον απίστευτα μακρύ λαιμό του Γουιρμφάδερ.

Οι σήραγγες που βρίσκονταν ακριβώς από πάνω του φωτίζονταν με φυσικό τρόπο, αν και όχι όσο οι χαμηλότερες. Κοιτάζοντας στο βάθος μιας σήραγγας, ο Χούμα δεν είδε καμία διαφορά ανάμεσα σε αυτήν και στα περάσματα που είχε διασχίσει στην αρχή. Σκούρες σκιές υπήρχαν παντού. Εμψυχωμένος μια και κρατούσε ένα όπλο αντάξιό του, ο Χούμα κατέβηκε από το λαιμό του πετρωμένου δράκου και μπήκε στην πλησιέστερη σήραγγα.

Όσο περνούσε η ώρα και δεν έβρισκε παρά μόνο καινούριους διαδρόμους, γινόταν όλο και πιο ανυπόμονος. Πού ήταν οι προκλήσεις που τον περίμεναν; Ο Γουιρμφάδερ ήταν μια από αυτές, αλλά ο Χούμα ήξερε ότι έπρεπε να υπάρχουν κι άλλες δύο. Βέβαια, σκεφτόταν, δε γινόταν να συγκριθούν με τη μάχη του με το πελώριο τέρας. Ίσως η αντιμετώπιση του Γουιρμφάδερ να ήταν αρκετή.

Το ένα του χέρι χάιδευε το σφαίρωμα του σπαθιού του. Ίσως να μη χρειαζόταν πραγματικά αυτό που υπήρχε μέσα στο βουνό –ό,τι κι αν ήταν. Το σπαθί μονάχα άξιζε όσο ολόκληρος στρατός –και ο Χούμα το είχε κάτω από τον έλεγχό του.

Ακολουθούσε τις σήραγγες που έμοιαζαν ατέλειωτες, με την ανυπομονησία του να φουντώνει. Το μόνο που ήθελε πια ήταν να φύγει. Οι προκλήσεις δεν τον ενδιέφεραν πλέον. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν η λεπίδα. Τι καλύτερο μπορούσε να του προσφέρει η σπηλιά από ένα όπλο τόσο ισχυρό και τέλειο;

Ξαφνικά, του ήρθε η ιδέα ενός στρατεύματος κάτω από τις διαταγές του. Ύστερα από όσα είχε κατορθώσει, ο Άρχοντας Όσγουολ σίγουρα θα τον αντάμειβε. Όχι μόνο είχε φέρει ένα όπλο μεγάλης αξίας αλλά είχε αποκαλύψει τον Ρέναρντ και είχε σώσει τη ζωή του ηλικιωμένου ιππότη.

Μια ανώτερη θέση διοικητή ήταν πάντα το όνειρό του. Αποκεί και πέρα, δε θα αργούσε να διοικήσει ολόκληρο το στρατό.

Ένα χαμόγελο άρχισε να απλώνεται στο πρόσωπό του.

«Ούτε βήμα!»

Στην αρχή ο Χούμα δεν είδε τη μορφή που στεκόταν μπροστά του. Ντυμένη μ’ ένα μακρύ, πλούσιο, γκρίζο μανδύα, η μορφή χανόταν μέσα στο περιβάλλον της – με τόσες μάλιστα σκιές ολόγυρα. Το πρόσωπο της μορφής ήταν γκρίζο, όπως και τα δόντια και η γλώσσα της. Μοναδική διαφορά σε σχέση με την προηγούμενη συνάντησή του με τον γκρίζο άντρα ήταν ότι εκείνη τη στιγμή δε χαμογελούσε ούτε τόσο δα.