«Πάλι εσύ!» ο Χούμα χάρηκε που είδε το γερο-μάγο –αν φυσικά ήταν μάγος–, γιατί έτσι θα μπορούσε να παινευτεί και σε κάποιον άλλο εκτός από τον εαυτό του. «Τις προκλήσεις σου τις κέρδισα με ευκολία! Έρχομαι να ζητήσω το έπαθλό μου – όχι ότι έχει και τόση σημασία πια.»
«Ασφαλώς. Άσε το σπαθί σου εκεί που βρίσκεσαι και προχώρα μπροστά.»
«Το σπαθί μου;» Καλύτερα να του ζητούσε το χέρι του.
«Το σπαθί σου. Πάντα μου πίστευα ότι αυτό το μέρος έχει καλή ακουστική. Κάνω λάθος λοιπόν;» Εκείνη τη στιγμή το πρόσωπο του μάγου ήταν το ίδιο απροσπέλαστο με του Ρέναρντ.
«Γιατί;» Ο Χούμα αδιαφορούσε αν φαινόταν καχύποπτος. Στο κάτω-κάτω, ο γκρίζος άντρας ήταν υπηρέτης της δρακοβασίλισσας. Φαίνεται πως οι θεοί φοβούνταν πια τη δύναμη του Χούμα –και γιατί όχι άλλωστε;
«Αυτό το πράμα που κουβαλάς δεν μπορεί να μπει σε αυτό το παλάτι. Πουθενά δεν επιτρέπεται.»
«Αυτό;» Ο Χούμα έτεινε το υπέροχο σπαθί, θαυμάζοντας την έντονη λάμψη του. Προηγουμένως πίστευε ότι ήταν καλοψτιαγμένο, αλλά η ακτινοβολία της ολοζώντανης ομορφιάς του ήταν χάρμα οφθαλμών. Να το παραδώσει; Όχι δίχως μάχη…
«Αυτή η θαυμαστή λεπίδα που κρατάς είναι γνωστή ως το Σπαθί των Δακρύων. Είναι κειμήλιο από την Εποχή των Ονείρων. Με αυτό η Τακίσις ξεπλάνεψε τη φυλή των ογκρ και τα παράσυρε μακριά από την ομορφιά, μέχρι που ξεστράτισαν όλα, εκτός από ελάχιστους. Είναι το όπλο με το οποίο λένε ότι ο υπέρμαχος του Σκότους θα μονομαχήσει με το Φως κατά την τελειωτική μάχη πριν από την έσχατη ημέρα. Είναι ολοφάνερα κακό και πρέπει να διωχτεί αποδώ. Αν υπάρχει αληθινή επιλογή.»
«Κάνεις λάθος. Είναι το κλειδί της νίκης μας. Κοίταξέ το!»
Ο γκρίζος άντρας σκίασε τα μάτια του. «Το έχω δει. Πολλές φορές. Ύστερα από τόσους αιώνες αυτή η παρωδία ακτινοβολίας ερεθίζει ακόμη τα μάτια.»
Ο Χούμα χαμήλωσε τη λεπίδα, αλλά μόνο όσο χρειαζόταν για να σημαδέψει τον άντρα που του έκλεινε το δρόμο. «Αυτό είναι; Ή είσαι από αυτούς που αποφεύγουν γενικά το φως; Νομίζω ότι ο κίνδυνος είσαι εσύ.»
«Το πρόσωπό σου να έβλεπες μόνο…»
«Το πρόσωπό μου;» Ο Χούμα γέλασε αλαζονικά. «Το Σπαθί των Δακρύων, λες. Μήπως το λένε έτσι εξαιτίας των δακρύων που θα χύσει η δρακοβασίλισσα όταν, επιτέλους, βρεθεί μπροστά σε κάτι δυνατότερο από την ίδια;»
Το πρόσωπο του γκρίζου άντρα παραμορφώθηκε από την αηδία. «Βλέπω ότι η απαίσια λεπίδα δεν έχει χάσει καθόλου τη γοητεία της.»
Κρατώντας το όπλο κτητικά, ο Χούμα σταύρωσε τα χέρια. «Αρκετά άκουσα το μύδρο σου. Θα μ’ αφήσεις λοιπόν να περάσω;»
Ο φύλακας έφερε το ραβδί του στο ύψος των ματιών. «Όχι με το σπαθί.»
Ο Χούμα χαμογέλασε μόνο και τίναξε το σπαθί προς το βραχώδες τοίχωμα στ’ αριστερά του. Η λεπίδα βυθίστηκε στην πέτρα λες και η σήραγγα ήταν φτιαγμένη από πηγμένο γάλα, λάμποντας με ένα σμαραγδένιο φως. Η λεπίδα φαινόταν άθικτη, ενώ σ’ εκείνο το σημείο το τοίχωμα είχε χάσει τη φυσική λάμψη του.
Ο γκρίζος άντρας περιορίστηκε να χαμογελάσει. «Χτύπα τον ξανά» είπε κοροϊδευτικά. «Μπορεί να έχει ακόμα δυνάμεις.»
Ο Χούμα τον αγριοκοίταξε. «Τελευταία σου ευκαιρία. Παραδίνεσαι;»
«Όχι μέχρι να παραδώσεις το σπαθί.»
«Τότε θ’ ανοίξω δρόμο μέσα από το κορμί σου.»
«Αν μπορείς.»
Ο ιππότης ύψωσε το Σπαθί των Δακρύων –που τώρα έλαμπε δυνατότερα, σαν να ανυπομονούσε– και προχώρησε. Ο γκρίζος άντρας εγκατέλειψε την αμυντική του στάση κι έριξε το ραβδί του στο δάπεδο της σήραγγας. Ο Χούμα απόμεινε εκεί, έκπληκτος, με το χέρι σηκωμένο.
«Ώστε παραδίνεσαι;»
Ο κουκουλοφόρος κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Αν θες να συνεχίσεις, θα πρέπει να με ρίξεις κάτω.»
Χτύπα τον! φώναξε μια φωνή μέσα στο μυαλό του Χούμα. Τότε σε ολόκληρη τη σήραγγα κυριαρχούσε η πράσινη λάμψη του Σπαθιού των Δακρύων. Χτύπα τον! επανέλαβε η φωνή.
«Δεν…» ο Χούμα αγωνιζόταν να ολοκληρώσει τη φράση του. Η φωνή έγινε επίμονη. Χτύπα τον και πάρε το έπαθλό σου!
«…πρέπει!»
«Άσε κάτω το σπαθί, Χούμα. Μόνο τότε θα λευτερωθείς.»
«Όχι!» Το σπαθί μιλούσε μέσα από το στόμα του ιππότη, ο ίδιος δεν είχε πει λέξη. Αυτό έκανε το χέρι του Χούμα να σηκωθεί, σαν να ήθελε να χτυπήσει τον γκρίζο μάγο.
«Όχι!» Αυτή τη φορά μιλούσε ο Χούμα. Σωριάστηκε στο πλάι του διαδρόμου και κοίταξε με ξαφνική αηδία και φρίκη το αντικείμενο που κρατούσε στο χέρι του, παρά τη λαμπρότητά του, που έκανε ακόμα και τον γκρίζο άντρα να αποστρέφει το βλέμμα.
Πάρε με! Κράτα με! Προορισμός μου είναι η ματωμένη δόξα! Προορισμός μου είναι να σκίσω τον κόσμο για χάρη της κυράς μου!
«Όχι!» Η κραυγή της άρνησης ακούστηκε πιο αποφασιστική τη στιγμή που το ξάφνιασμα του Χούμα γινόταν θυμός. Είχε απαλλαγεί από τα μάγια του κακόβουλου όπλου. Η λεπίδα του είχε ζητήσει το αδύνατο – να χτυπήσει επίτηδες κάποιον που ούτε του άξιζε να χτυπηθεί ούτε καν προσπαθούσε να αμυνθεί. Ο Χούμα δεν μπόρεσε να κάνει κάτι τέτοιο στον Ρέναρντ και δεν μπορούσε να κάνει το ίδιο στο φαιόχρωμο φύλακα.