Выбрать главу

Τα πουλιά τέλειωσαν το τραγούδι τους κι έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά. Κι όταν τραβήχτηκαν, στο τραπέζι δεν υπήρχε πια τίποτα πόσιμο ή φαγώσιμο. Κι έπειτα τα πουλιά πήραν στο ράμφος τους τ’ αποφάγια, κόκαλα, φλούδες και τσόφλια, και ξανάφυγαν πετώντας, εκατοντάδες και χιλιάδες μαζί, προς τον ήλιο που όλο ανέβαινε. Και τώρα που δεν τραγουδούσαν πια, το φτεροκόπημά τους τράνταζε τον αέρα. Οι ταξιδιώτες είδαν το τραπέζι άδειο και πεντακάθαρο, και τους τρεις ναρνιανούς Λόρδους να κοιμούνται του καλού καιρού.

Και μόνο τότε γύρισε στους ταξιδιώτες ο Γέρος και τους καλωσόρισε.

«Κύριε» είπε ο Κασπιανός, «πώς να λύσουμε τα μάγια που κρατούν κοιμισμένους τους τρεις Λόρδους της Νάρνια;»

«Να σου το πω ευχαρίστως, γιε μου» είπε ο Γέρος. «Για να λύσεις τα μάγια, πρέπει να ταξιδέψεις ως το Τέλος του Κόσμου, ή όσο πιο κοντά μπορέσεις να πλησιάσεις, και να γυρίσεις πίσω χωρίς ένα σύντροφό σου.»

«Και τι θ’ απογίνει αυτός ο σύντροφος;» ρώτησε ο Ριπιτσιπιτσίπ.

«Πρέπει να συνεχίσει, να φτάσει ως το απώτατο σημείο της ανατολής, και να μην ξαναγυρίσει πια στον κόσμο.»

«Αυτό ποθεί κι εμένα η καρδιά μου» είπε ο Ριπιτσιπιτσίπ.

«Κύριε, κοντεύουμε να φτάσουμε στο Τέλος του Κόσμου;» ρώτησε ο Κασπιανός. «Ξέρετε καθόλου τις θάλασσες και τις στεριές που βρίσκονται πιο ανατολικά από δω;»

«Τις έχω δει, πολύ καιρό πριν» είπε ο Γέρος, «αλλά από ψηλά. Δεν ξέρω να σας πω όσα ζητούν συνήθως να μάθουν οι ναυτικοί».

«Δηλαδή, πετούσατε στον αέρα;» ξεφούρνισε ο Ευστάθιος, που τον έτρωγε η περιέργεια.

«Ήμουν πολύ πιο ψηλά απ’ τον αέρα, γιε μου» απάντησε ο Γέρος. «Είμαι ο Ραμάντου. Α, κοιταζόσαστε απορημένοι. Δεν το ’χετε ξανακούσει αυτό το όνομα. Φυσικό είναι, γιατί έπαψα να είμαι αστέρι πολύ πριν γνωρίσει τον κόσμο κανένας από σας, κι οι αστερισμοί έχουν αλλάξει πια.»

«Φίλε μου!» έκανε ο Έντμουντ μεσ’ απ’ τα δόντια του. «Συνταξιούχο αστέρι!»

«Και τώρα, δεν είσαστε αστέρι;» ρώτησε η Λούσυ.

«Είμαι Αστέρι Που Αναπαύεται, κόρη μου» απάντησε ο Ραμάντου. «Όταν έδυσα για τελευταία φορά, τόσο γέρος και τόσο κουρασμένος, που δεν περιγράφεται, μ’ έφεραν σ’ αυτό το νησί. Τώρα δεν είμαι τόσο γέρος όσο πριν. Κάθε πρωί, ένα πουλί μου φέρνει ένα μούρο της φωτιάς απ’ τις κοιλάδες του Ήλιου, και κάθε μούρο της φωτιάς μ’ αλαφρώνει λίγο λίγο απ’ τα γερατειά μου. Κι όταν ξαναγίνω παιδί, σαν γεννημένος χτες, τότε πάλι θ’ ανατείλω από δω, απ’ την ανατολική άκρη της γης, και θα ξαναμπώ στο μεγάλο χορό.»

«Στον κόσμο μας» είπε ο Ευστάθιος, «τ’ αστέρια είναι πελώριες μπάλες από διάπυρα αέρια».

«Ακόμα και για τον δικό σου κόσμο, γιε μου, αυτό που λες δεν είναι τ’ αστέρια, αλλά μονάχα η ύλη των αστεριών. Στον δικό μου κόσμο πρέπει να γνωρίσατε ήδη ένα αστέρι. Δεν είχατε περάσει από του Κοριάκιν;».

«Κι αυτό συνταξιούχο αστέρι είναι;» ρώτησε η Λούσυ.

«Όχι ακριβώς» είπε ο Ραμάντου. «Δεν είναι ανάπαυση να κυβερνάς τα Χαζούλικα. Μάλλον τιμωρία θα το ’λεγα. Αν όλα είχαν πάει καλά, θα φώτιζε τον ουρανό του κόσμου χιλιάδες χρόνια ακόμη.»

«Τι έκανε;» ρώτησε ο Κασπιανός.

«Παιδί μου» είπε ο Ραμάντου, «εσύ, ένας Γιος του Αδάμ, δεν επιτρέπεται να μάθεις σε τι παράπτωμα μπορεί να πέσει ένα αστέρι. Ελάτε όμως, μη χάνουμε καιρό με κουβέντες. Έχετε πάρει την απόφαση σας; Θα πάτε στην άκρη της ανατολής και θα γυρίσετε, αφήνοντας πίσω ένα σύντροφό σας για να λυθούν τα μάγια; Ή θα τραβήξετε δυτικά;»

«Κύριέ μου» είπε ο Ριπιτσιπιτσίπ, «δεν τίθεται θέμα. Σκοπός της αναζήτησής μας ήταν να σώσουμε απ’ τα μάγια αυτούς τους τρεις Λόρδους».

«Συμφωνώ» είπε ο Κασπιανός. «Αλλά κι έτσι να μην ήταν, δε θα το άντεχε η καρδιά μου να μη φτάσουμε στο Τέλος του Κόσμου, τουλάχιστον ως εκεί που μπορεί να μας πάει ο Ταξιδιώτης της Αυγής. Σκέφτομαι όμως και τους ναύτες. Όλοι δέχτηκαν να με ακολουθήσουν ώσπου να βρούμε τους Εφτά Λόρδους, όχι ως το Τέλος του Κόσμου. Ανατολικά από δω είναι η άκρη της γης, που κανένας δεν ξέρει πόσο απέχει. Οι ναύτες είναι γενναία παλικάρια, όμως το βλέπω πως μερικοί έχουν κουραστεί και περιμένουν πώς και τι να ξανακάνουμε πανιά για τη Νάρνια. Λοιπόν, νομίζω πως δεν πρέπει να προχωρήσουμε χωρίς να τους το πούμε και ν’ ακούσουμε αν συμφωνούν. Κι ύστερα, είναι κι ο καημένος ο Λόρδος Ρουπ.