Выбрать главу

Πάγωσε το αίμα της. Εκείνο το πράμα είχε κουνηθεί. Ήταν γίγαντας πραγματικός. Δεν είχε κάνει λάθος. Τον είδε να στρίβει το κεφάλι του. Το μάτι της πρόλαβε να πιάσει εκείνο το πελώριο, χαζό μούτρο με τα φουσκωμένα μάγουλα. Όλα αυτά τα πράματα ήταν γίγαντες, όχι βράχοι. Ήταν καμιά σαρανταριά ή πενηνταριά στη σειρά. Προφανώς στέκονταν όρθιοι με τα πόδια να πατάνε στη βάση του φαραγγιού και με τους αγκώνες να ακουμπούν πάνω στο φρύδι του, έτσι όπως οι άνθρωποι ακουμπάνε πάνω σ’ ένα φράχτη – άνθρωποι που ραχατεύουν στη λιακάδα μετά το πρωινό τους.

«Συνεχίστε να περπατάτε» ψιθύρισε ο Λασπομούρμουρος, που τους είχε προσέξει κι αυτός. «Μην τους κοιτάτε. Κι ό,τι κι αν συμβεί, μην τυχόν και τρέξετε. Θα μας φτάσουν στο λεπτό.»

Έτσι λοιπόν καμώθηκαν πως τάχα μου δεν είχαν δει τους γίγαντες και συνέχισαν να περπατάνε. Ένιωθαν το ίδιο όπως όταν περνάς μπροστά από καγκελόπορτα σπιτιού όπου υπάρχει ένα άγριο μαντρόσκυλο – μόνο πολύ χειρότερα. Οι γίγαντες δεν είχαν τελειωμό. Δεν έδειχναν θυμό ή χαρά, ή έστω κάποια περιέργεια. Εδώ που τα λέμε δεν έδειχναν καν να τους έχουνε πάρει χαμπάρι.

Ξαφνικά «σβιν σβιν σβιν» ένα βαρύ πράγμα σβούρισε στον αέρα και καμιά εικοσαριά βήματα μπροστά τους είδαν να βροντάει κάτω στο χώμα μια μεγάλη κοτρόνα. Και μετά «μπαμ!» μια άλλη είκοσι μέτρα πίσω τους.

«Εμάς σημαδεύουν;» ρώτησε τρομαγμένος ο Ευστάθιος.

«Α μπα» είπε ο Λασπομούρμουρος. «Μακάρι να μας σημάδευαν. Αυτοί έχουν βάλει στόχο εκείνο – εκείνο το σωρό τις πέτρες εκεί δεξιά. Δεν πρόκειται να το πετύχουν με τίποτα, να ’στε σίγουροι. Εκείνο καλά την έχει βολέψει· βλέπετε από σημάδι οι γίγαντες είναι νούλες. Κάθε πρωί, όταν κάνει καλό καιρό, αυτό είναι το παιχνίδι τους. Το μόνο που κόβει το ξερό τους.»

Οι ώρες ήταν μαρτυρικές. Δεν έμοιαζε να παίρνει τέλος αυτή η σειρά από τους γίγαντες, ούτε και οι πέτρες που εκσφενδόνιζαν, που μερικές πέφτανε επικίνδυνα κοντά τους. Δεν έφτανε ο πραγματικός κίνδυνος, ήταν και η θέα της φάτσας τους κι ο ήχος της φωνής τους που σου κόβαν τη χολή. Η Τζιλ προσπαθούσε να μην τους κοιτάει.

Είχαν περάσει κάπου είκοσι πέντε λεπτά και φαίνεται ότι οι γίγαντες πιαστήκαν στον καβγά. Αυτό έδωσε τέλος στις βολές, όμως δεν είναι διόλου ευχάριστο να βρίσκεσαι μόνο ένα μίλι μακριά από γίγαντες που τσακώνονται. Χαλάγαν τον κόσμο με φωνές και γιούχα και πετούσαν κάτι λέξεις, ακαταλαβίστικα μακρυνάρια, καμιά εικοσαριά συλλαβές η κάθε λέξη. Άφριζαν και χτυπιόντουσαν και πήδαγαν σαν λυσσασμένοι και με κάθε τους πήδο τρανταζόταν η γη σαν να ’σκαγε μπόμπα. Είχαν κάτι πελώρια κακοφτιαγμένα πέτρινα σφυριά και κοπανάγαν ο ένας το κεφάλι του άλλου· μόνο που το κρανίο το δικό τους ήταν τόσο σκληρό που το σφυρί έκανε γκέλα. Τότε το τέρας που είχε καταφέρει το χτύπημα παράταγε το σφυρί κάτω και πάταγε ουρλιαχτά πόνου, γιατί με το σφυρί είχε κοπανήσει τα δάχτυλά του. Ήταν όμως τόσο κουφιοκεφαλάκηδες που δεν παίρναγε λίγη ώρα, φτου κι απ’ την αρχή. Αυτό τελικά αποδείχτηκε πολύ βολικό, γιατί σε καμιά ώρα όλοι οι γίγαντες είχαν χτυπήσει τόσο, που απ’ τον πόνο κάθισαν καταγής και πιάσαν τα κλάματα. Όταν κάθισαν, τα κεφάλια τους χάθηκαν πίσω από το φρύδι του φαραγγιού έτσι που δε φαίνονταν πια καθόλου· ωστόσο, μολονότι βρίσκονταν ένα μίλι μακριά, η Τζιλ τους άκουγε ακόμα να ουρλιάζουν και να σκούζουν ή να χαχανίζουν κοροϊδευτικά σαν μεγάλα μωρά.

Εκείνο το βράδυ στρατοπεδεύσανε στο γυμνό ρεικότοπο κι ο Λασπομούρμουρος έδειξε στα παιδιά πώς να κοιμηθούν πλάτη με πλάτη για να κάνουν την καλύτερη εκμετάλλευση της κουβέρτας τους. (Η μια πλάτη ζεσταίνει την άλλη κι έτσι χρησιμοποιείς και τις δυο κουβέρτες για να σκεπαστείς.) Ακόμα κι έτσι όμως έκανε κρύο τσουχτερό και το έδαφος ήταν σκληρό και γεμάτο σγρούμπους. Ο Βαλτο-Ψηλολέλεκας βρήκε να τους παρηγορήσει λέγοντάς τους ότι αυτό το κρύο δεν ήταν τίποτα μπροστά στην παγωνιά που θα ’βρισκαν καθώς θ’ ανέβαιναν όλο και πιο βόρεια· και φυσικά τους έκανε την καρδιά περιβόλι.

Πορεύονταν μέρες τώρα στο Έτινσμορ. Φύλαγαν το μπέικον και τρέφονταν κυρίως με τα πετεινά που ο Ευστάθιος κι ο Βαλτο-Ψηλολέλεκας κυνηγούσαν στο ρεικότοπο (όχι βέβαια πουλιά που μιλούσαν). Η Τζιλ τον ψιλοζήλευε τον Ευστάθιο γι’ αυτή του την ικανότητα. Αυτό που δεν τους έλειψε καθόλου ήταν το νερό, καθώς τα ρυάκια ήταν αναρίθμητα. Η Τζιλ έκανε τη σκέψη ότι, στα βιβλία, όταν διαβάζεις πως κάποιος ζει με το κυνήγι, ποτέ δε σου λένε πόση ώρα σου τρώει, πόσο βρομοκοπάει και πόσο σιχαμένη είναι όλη αυτή η ιστορία, να μαδήσεις και να καθαρίσεις δηλαδή τα σκοτωμένα πουλιά· αφήνω που είχαν κοκαλώσει τα δάχτυλά της. Για καλή τους τύχη, δεν είχαν κανένα συναπάντημα με γίγαντες. Και κάποιος γίγαντας που τους είδε, πάτησε ένα γέλιο, βρυχηθμό σκέτο, κι ύστερα απομακρύνθηκε με βαριά βήματα για τη δουλειά του.