Οι δυο άντρες ήταν αργοί και ακριβείς στις κινήσεις τους.
Τριάντα βήματα. Τα μετρούσε κι εκείνη ένα ένα από μέσα της, κι ένιωσε τον ώμο του Ποπκόφ να τσιτώνεται. Τώρα, σκέφτηκε, τώρα, τώρα. Όσο ο Γιενς θα είναι ακίνητος. Προτού γυρίσουν πρόσωπο με πρόσωπο. Τώρα, κάνε το τώρα, Ποπκόφ.
Ένας πυροβολισμός ακούστηκε. Αλλά δεν ήρθε από δίπλα της, από τον Ποπκόφ. Ο Τσερνόφ σωριάστηκε στο χώμα λες και του είχαν κοπεί τα πόδια και σχεδόν αμέσως ακούστηκε δεύτερος πυροβολισμός. Έπεσε κι ο Γιενς.
Ο κόσμος της Βαλεντίνας σταμάτησε να γυρίζει. Οι δύο άντρες στο κέντρο του ξέφωτου ήταν σωριασμένοι στο υγρό χώμα, κατακόκκινες σταγόνες από αίμα έβαφαν το παγωμένο χορτάρι από κάτω τους. Στην άκρη του δάσους στέκονταν δέκα σκούρες φιγούρες, σαν άγγελοι θανάτου, με τουφέκια στα χέρια. Να σημαδεύουν τους υπόλοιπους μετέχοντες στη μονομαχία.
«Γιενς!» φώναξε με πνιχτή φωνή η Βαλεντίνα.
Πέταξε τη γούνα από πάνω της κι έκανε να σταθεί στα πόδια της αλλά ο Ποπκόφ γύρισε ανάποδα, την έπιασε απ το σβέρκο και την πέταξε με δύναμη σένα δέντρο. Έχασε τον κόσμο. Ο ουρανός άρχισε να γυρίζει κι ο Ποπκόφ την τράβηξε χάμω.
«Γιενς», μούγκρισε από μέσα της. Έβλεπε το κορμί του ακίνητο. Να στάζει το αίμα που εκείνη είχε ορκιστεί να προστατέψει.
Οι βρισιές ήταν βαριές και προέρχονταν απ’ το στόμα του Ποπκόφ.
«Μην κουνηθείς».
«Πρέπει να πάω κοντά του. Χρειάζεται-»
«Ποιοι είναι αυτοί;» Της έδειξε τις σκοτεινές φιγούρες που στέκονταν ανάμεσα στα δέντρα.
«Δολοφόνοι», του είπε. «Αν είναι νεκρός, εγώ θα.»
Αν ο Γιενς Φρίις είχε πεθάνει, θα πέθαινε κι η καρδιά της. Μπορεί στις φλέβες της να κυλούσε αίμα, τα κόκαλα και οι μύες να κινούνταν, να λειτουργούσαν, αλλά χωρίς λόγο, χωρίς σκοπό. «Γιενς, μη μαφήσεις», ψιθύρισε, λες και μπορούσε να τον φέρει κοντά της.
«Αυτή η συνάντηση δεν έγινε τυχαία», είπε ο Ποπκόφ κι έστρεψε το όπλο του σ’ έναν απτους άντρες.
«Λιεβ, κοίτα, κοίτα αυτόν», του έδειξε η Βαλεντίνα. Το χέρι της έτρεμε. «Αυτόν που είναι μπροστά».
Η σκοτεινή φιγούρα που στεκόταν επικεφαλής αυτών με τα τουφέκια είχε πάψει να προσέχει τους Ουσάρους και κοιτούσε συλλογισμένος τα δυο κορμιά που ήταν πεσμένα χάμω. Κίνησε προς τον Γιενς με πόδια άκαμπτα και βήματα επιφυλακτικά. Το καπέλο του έφτανε μέχρι το κούτελο του αλλά καθώς η ομίχλη άλλαζε θέσεις, μια ηλιαχτίδα του φώτισε το πρόσωπο. Η Βαλεντίνα τον αναγνώρισε αμέσως.
Ήταν ο Βίκτορ Αρκίν. Ο σοφέρ του πατέρα της. Με μια θυμωμένη κραυγή ξέφυγε από τον Ποπκόφ κι άρχισε να τρέχει προς το ξέφωτο.
29
«Μην κουνιέσαι, Γιενς».
Γονατισμένη στο χιόνι, η Βαλεντίνα του πίεζε με την παλάμη της το στήθος για να σταματήσει την αιμορραγία.
Αχ, κάνε να. ζήσει. Κάνε να ζήσει. Έβγαλε το κασκόλ της και το έχωσε κάτω απ’ το σακάκι του, το πίεσε πάνω στο πουκάμισο του. Ένα λευκό πουκάμισο, που τώρα είχε γίνει κατακόκκινο. Με σφιγμένα τα χείλη, ψιθύρισε: «Γιενς. Γιενς, μη μου φύγεις». Έσκυψε, πέρασε το μπράτσο της κάτω από το κεφάλι του και το ανασήκωσε απ’ το χιόνι. Το καπέλο του είχε πέσει και τα κόκκινα μαλλιά του είχαν ακόμα τη δική τους φλόγα. «Σε παρακαλώ, Γιενς, μην πεθάνεις». Η ανάσα της τον τύλιξε σαν λευκό συννεφάκι.
Εκείνος έμενε ακίνητος. Η Βαλεντίνα έψαξε να βρει τον παλμό της καρδιάς του.
«Μην τολμήσεις να μαφήσεις, ανάθεμα σε!» Γύρισε το κεφάλι και φώναξε μόλη της τη δύναμη: «Δόκτωρ Φεντοριν! Ελάτε γρήγορα!»
Άκουγε θόρυβο πίσω της και ομιλίες. Μα το μυαλό της ήταν κολλημένο στην ανάσα του Γιενς που μόλις ακουγόταν. Έσκυψε και του φίλησε τα κλειστά βλέφαρα.
«Σ’ ακούω, Γιενς». Ακούμπησε τα ζεστά της χείλη στα παγωμένα δικά του. «Σ’ αγαπάω. Αν πεθάνεις, θα πάρεις μαζί σου και τη δική μου ζωή. Γύρνα σ’ εμένα, Γιενς».
Στην παλάμη της που κρατούσε το κεφάλι του ένιωσε έναν απειροελάχιστο παλμό ζωής που έσβησε αμέσως.
«Γιενς Φρίις», είπε αυστηρά, «άνοιξε αμέσως τα μάτια σου».
Τίποτα.
«Καν’ το για μένα, Γιενς».
Μια χαραμάδα. Μια πράσινη σπίθα ανάμεσα στα βλέφαρα. Αυτό της έφτανε.
«Δόκτωρ Φεντόριν!» φώναξε πάλι. Ακούμπησε το μέτωπο της στο μάγουλο του Γιενς, λες κι έτσι θα τον κρατούσε κοντά της. «Σπασίμπα», ψιθύρισε. «Σ’ ευχαριστώ».
Μια αμυδρή κίνηση κάτω από το κασκόλ της. Τα πλευρά του Γιενς άρχισαν να φουσκώνουν κι η Βαλεντίνα βάλθηκε να του μουρμουρίζει λόγια γλυκά, προσωπικά, να του περιγράφει τι σήμαινε για κείνην η ζωή του, τι θα της έκανε αν πέθαινε.