«Τι διάβολο κάνεις τώρα;»
«Δεν πρόκειται να εισπράξεις τίποτα, ούτε για την αδελφή μου ούτε για μένα. Άφησε λοιπόν την Κάτια να φύγει».
Του χαμογέλασε προκλητικά. «Σου προσφέρω μια διαφορετική πληρωμή. αν συμφωνήσεις να την ελευθερώσεις αύριο».
Ο Αρκίν γούρλωσε τα μάτια. Από έκπληξη; Από αηδία; «Πουλιέσαι σαν πουτάνα του δρόμου;»
«Ναι». Έγινε κατακόκκινη.
Την κάρφωσε με το βλέμμα για τόσο πολύ, που η Βαλεντίνα κόντεψε να χάσει την ψυχραιμία της. Μήπως έπρεπε να πάρει πίσω όσα είχε πει; Κι ύστερα; Τι; Απότομα, ο Αρκίν σηκώθηκε τρικλίζοντας.
«Συμφωνώ. Μπορείτε να φύγετε κι οι δυο».
Τα λόγια του έπεσαν σαν μαχαιριές στην καρδιά της.
«Το υπόσχεσαι;»
«Το υπόσχομαι».
Έπρεπε να σκεφτεί τον Γιενς. Μα δεν τον σκέφτηκε. Κι αυτό την έκανε να θέλει να κλάψει.
Ήθελε να φανταστεί ότι ήταν τα δικά του χείλη που σέρνονταν στους μηρούς της, τα δικά του χέρια που χάιδευαν την κρύα της σάρκα και χώνονταν κάτω από το θάμνο που φύτρωνε ανάμεσα στα πόδια της. Ήθελε να πιστέψει ότι το βάρος εκείνο που την πίεζε πάνω στο βρόμικο στρώμα ήταν από το γυμνό κορμί του Γιενς. Μα δεν έκανε τίποτα απόλα αυτά. Ούτε για μια στιγμή. Δεν μπορούσε να φέρει την εικόνα του Γιενς σε τούτο το κρεβάτι της προδοσίας.
Τον απόδιωξε λοιπόν από τη σκέψη της για να μην μπορέσει εκείνος να δει τι έκαναν τα πόδια της, πώς μπερδεύονταν με τα πόδια αυτού του μισητού ξένου, να μη δει τα προδοτικά χείλη της να φιλάνε τη σάρκα του.
Ο Αρκίν δεν μιλούσε. Καθώς τα χέρια της ήταν δεμένα, της μάζεψε το φόρεμα στις μασχάλες, γδύθηκε κι αυτός και πλάγιασε δίπλα της. Την άγγιξε. Τη χάιδεψε. Χούφτωσε τα στήθη της - μα ούτε για μια στιγμή δεν κοίταξε το πρόσωπο της. Όταν βρέθηκε πάνω της και μέσα της κι εκείνη πέρασε γύρω από το λαιμό του τα δεμένα της χέρια, έκλεισε τα μάτια του σφιχτά και με κάθε του τίναγμα μουρμούριζε λόγια ακατάληπτα, που δεν απευθύνονταν σεκείνη. Λες και έκανε έρωτα σε κάποιαν άλλη.
35
Ήταν αργά όταν ξύπνησε η Βαλεντίνα. Ένα τσεκούρι ψιλόκοβε το μυαλό της και στο στόμα της είχε μια ξινή γεύση. Προτού ανοίξει τα μάτια της, θυμήθηκε το ξέχειλο βότκα ποτήρι μετά. Μετά. Η λέξη έκαιγε σαν τσουρουφλιστό λάδι τη γλώσσα της. Το κορμί της την πόναγε ολόκληρο, μα αυτός ο πόνος δεν ήταν τίποτα μπροστά σεκείνον τον άλλο πόνο που της ξέσκιζε την καρδιά.
«Βαλεντίνα».
Άνοιξε τα μάτια. Η Κάτια έσκυβε από πάνω της.
«Είσαι καλά; Βογκούσες.»
Η Βαλεντίνα ανακάθισε και περίμενε να πάψει να γυρίζει το δωμάτιο.
«Καλά είμαι».
«Δεν το δείχνεις».
«Ούτε κι εσύ δείχνεις καλά». Η επιδερμίδα της αδελφής της φάνταζε σαν τσιγαρόχαρτο που θα σκιζόταν έτσι και το άγγιζες. «Θα γυρίσουμε σπίτι σήμερα. Ο Αρκίν υποσχέθηκε να μας ελευθερώσει».
Η Κάτια συνοφρυώθηκε.
«Τον πιστεύεις;»
«Ναι. Το υποσχέθηκε. Θα τον φωνάξω να έρθει».
«Έχει φύγει».
«Έφυγε;»
«Τον άκουσα να φεύγει πριν φωτίσει. Ο άλλος με τα γένια, όμως, είναι εδώ».
Κάτι παγερό άδραξε τα σωθικά της Βαλεντίνας. Ενστικτωδώς έφερε το χέρι της στην κοιλιά της, στο αγέννητο παιδί της. Πήγε τρέχοντας στην πόρτα και βάλθηκε να την κοπανάει φωνάζοντας το όνομα του Αρκίν. Της απάντησε μια βρισιά του Μάζικ κι ένα διπλωμένο χαρτί χώθηκε κάτω από την πόρτα. Το άρπαξε.
Βαλεντίνο. Ιβάνοβα, Περιμένεις πάρα. πολλά από τη ζωή. Ήμουν μεθυσμένος. Η υπόσχεση μου ήταν άνευ αζίας. Σήμερα βλέπω καθαρά ότι εσύ κι η αδελφή σου πρέπει να γίνετε παράδειγμα για την τάζη σας κι όλους τους καταπιεστές. Αυτό με στενοχωρεί, αλλά πρέπει να γίνει. Οι μικρές προσωπικές μας τραγωδίες δεν είναι τίποτα μπροστά στη θύελλα που σαρώνει τη Ρωσία. Θα σου ζητούσα να με συγχωρέσεις, μα ξέρω πως δεν υπάρχει συγχώρεση για μένα.
Η Βαλεντίνα πάγωσε.
«Τι είναι;» ρώτησε η Κάτια.
Η Βαλεντίνα τσαλάκωσε το χαρτί μες στη χούφτα της.
«Από τον Αρκίν είναι», αποκρίθηκε.
Ο τόνος της έκανε την Κάτια να καταλάβει πολλά.
«Τι συμβαίνει; Βαλεντίνα, έλα εδώ και πες μου τι έχει γίνει».
Αυτή όμως δεν ήθελε να την αγγίξει η αδελφή της, να μυρίσει την οσμή εκείνου πάνω της.
«Πάτησε το λόγο του», είπε ξερά. «Άλλαξε γνώμη».
«Δηλαδή δεν θα μας ελευθερώσει; Ίσως ο μπαμπάς μπορέσει να βρει τα λεφτά».
«Όχι. Σου είπα ότι είναι χρεοκοπημένος».
«Μπορεί να μας βρει η Αστυνομία».
Η Βαλεντίνα γέλασε ειρωνικά.
«Δεν έχουν ιδέα πού βρισκόμαστε. Ο Αρκίν είναι πάρα πολύ έξυπνος».
«Μάλιστα.» Η φωνή της Κάτιας ακούστηκε λες και ερχόταν από πολύ μακριά. «Άρα πιστεύεις ότι θα μας σκοτώσουν».
Η Βαλεντίνα ήθελε να της πει ψέματα, μα δεν το μπορούσε.
«Ναι. Πιστεύω πως γι’ αυτό βρίσκεται ακόμα εδώ ο Μάζικ».
«Για να μας καθαρίσει».