Выбрать главу

«Ναι».

Τα έχασε βλέποντας τα μάτια της Κάτιας να λάμπουν και να της χαμογελάει.

«Τι κάνουμε λοιπόν; Ξεκινάμε μια καινούργια περιπέτεια;»

Η Βαλεντίνα κάθισε στην άκρη του κρεβατιού.

«Έχω μια ιδέα», είπε.

«Μάζικ!»

«Τι; Τρώω τώρα». Δεν είχε μπει στον κόπο να τους πάει ψωμί και νερό. Γιατί να ταΐσει τις μελλοθάνατες; «Μάζικ, ξέρουμε τι θα μας συμβεί», είπε όσο πιο γλυκά μπορούσε η Βαλεντίνα πίσω από την πόρτα. «Δεν κατηγορούμε εσένα, όμως δεν θέλουμε να πεθάνουμε με τις ψυχές μας βαριές. Γι’ αυτό προσευχόμαστε στον Κύριο Ημών Ιησού Χριστό, το Σωτήρα μας. Και ζητάμε τη μεσολάβηση της Παναγίας».

«Και λοιπόν;»

«Λοιπόν, σε ικετεύω να μας επιτρέψεις ν΄ανάψουμε ένα κερί με τις προσευχές μας».

«Άντε γαμήσου».

«Μάζικ, σε ικετεύω, μη μας στείλεις στην Κόλαση. Ένα κεράκι για να εξαγνιστούν οι ψυχές μας. Δεν είναι τίποτα για έναν από τους ανθρώπους του λαού που σύντομα θα διαφεντεύειι ολόκληρη τη Ρωσία».

Η Κά.τια πρόσθεσε ικετευτικά και τη δική της θρηνητική φωνή.

«Σε παρακαλούμε, Μάζικ».

Ακούστηκε ένα γκρινιάρικο μουρμουρητό και μια καρέκλα σύρθηκε στο πάτωμα. Η Βαλεντίνα κι η Κάτια είχαν τα μάτια τους καρφωμένα στην πόρτα που άνοιξε ελάχιστα κι ένα μαυρισμένο απολειφάδι κεριού πετάχτηκε μέσα. Η χαραμάδα ξανάκλεισε με βρόντο.

«Σπίρτο;» φώναξε η Βαλεντίνα.

Ένα σπίρτο γλίστρησε κάτω απτην πόρτα. Η Βαλεντίνα το άρπαξε και πήρε μια μπάλα κλωστές που είχαν μαδήσει από μια κουβέρτα και το μεταξωτό της φόρεμα.

«Θ’ αρπάξει αμέσως», είπε η Κάτια. «Θα μείνεις με το πουκάμισο και το παντελόνι».

«Έτοιμη;» τη ρώτησε η Βαλεντίνα.

Τα μάτια της Κάτιας έλαμψαν κι έβαλε στη μύτη της το μαντίλι της που ήταν μουσκεμένο στο νερό.

«Έτοιμη», αποκρίθηκε.

Η Βαλεντίνα έτριψε το σπίρτο στα σανίδια κι άναψε το κερί. Μόλις η φλόγα του μεγάλωσε, το ακούμπησε στο σωρό από ε:ύφλεκτα υλικά που είχε φτιάξει μπροστά στον ένα ξύλινο τοίχο. Καπνός άρχισε νανεβαίνει. Η Βαλεντίνα πήγε πισωπατώντας στο κρεβάτι και κουκουλώθηκε μαζί με την Κάττια με τη δεύτερη κουβέρτα τους, αφήνοντας μια τρυπούλα μονάχα για να παρακολουθεί τη φωτιά. Με το ένα της χέρι αγκάλιασε την αδελφή της, που της χαμογέλασε πλατιά.

«Βαλεντίνα, θέλω να ξέρεις ότι μόνο μ’ εσένα θα ήθελα να καώ ζωντανή».

Εκείνη γέλασε.

«Δεν θα καούμε. Στο ορκίζομαι».

Προτού περάσει πολλή ώρα πνίγηκαν κι οι δυο στο βήχα καθώς οι φλόγες σκαρφάλωναν στους ξύλινους τοίχους. Η Βαλεντίνα έφερε στη μύτη της την άκρη του πουκαμίσου που φορούσε και πήγε να σταθεί δίπλα στν πόρτα.

«Φωτιά! Φωτιά! Μάζικ, έλα γρήγορα! Βοήθεια! Βοήθεια! Γρήγορα!» και βάλθηκε να γρονθοκοπάει την πόρτα.

«Μάζικ! Φωτιά!»

Ο καπνός που είχε αρχίσει να βγαίνει κάτω απτην πόρτα έκανε τον Μάζικ να ξεκλειδώσει βρίζοντας. Ανακούφιση κι έλλειψη οξυγόνου έκαναν τη Βαλεντίνα να ζαλιστεί.

«Ηλίθια! Τι έκανες εκεί;»

«Νερό!» τσίριξε η Βαλεντίνα.

Ο Μάζικ έφυγε τρέχοντας. Μέχρι να βρει κουβά και να τρέξει στην αντλία της αυλής, η Βαλεντίνα είχε τυλίξει την Κάτια με την κουβέρτα, την είχε φορτωθεί στην πλάτη κι έβγαινε απ’ το σπίτι πνιγμένη στο βήχα και με τα μάτια της να τσούζουν από τον καπνό.

«Πάρε κι εσύ ένα κουβά, ηλίθια!» της φώναξε ο Μάζικ.

«Έτσι και καεί το σπίτι, θα σας σκοτώσω!»

Της ήρθε να γελάσει. Έτσι κι αλλιώς θα τις σκότωνε. Ακούμπησε την Κάτια στο χώμα δίπλα στο υπόστεγο με τα ξύλα και πήρε κι αυτή έναν κουβά. Τον γέμισε από την ποτίστρα, έτρεξε μέσα και τον άδειασε πάνω στο φλεγόμενο τοίχο. Οι φλόγες πηδούσαν κιόλας ως τα πάτερα της στέγης έτοιμες να καταπιούν την ίζμπα. Για αρκετά λεπτά Βαλεντίνα και Μάζικ έτρεχαν πέρα δώθε κουβαλώντας κουβάδες με νερό.

Την πέμπτη φορά που εκείνος έβγαινε από το σπίτι με τον άδειο κουβά, η Βαλεντίνα όρμησε από πίσω του και του κατέβασε ένα χοντρό κλαρί στο κεφάλι. Ο Μάζικ σωριάστηκε στο χώμα σαν μαριονέτα που της έκοψαν τους σπάγκους. Η κοπέλα τον έσυρε στο υπόστεγο με τα ξύλα.

«Πέθανε;» ψιθύρισε η Κάτια.

Η Βαλεντίνα γονάτισε και του έπιασε το σφυγμό.

«Όχι».

«Δόξα τω Θεώ».

«Μην ξεχνάς πως αυτός ο μπάσταρδος θα μας σκότωνε».

«Βαλεντίνα! Εμείς δεν είμαστε σαν αυτούς».

«Δεν είμαστε;» Η Βαλεντίνα κοίταξε την αδελφή της πάνω από το κορμί του Μάζικ και αναρωτήθηκε ξανά, συλλογισμένη: Αλήθεια; Η Κάτια δεν της απάντησε. Κοίταζε με ανοιχτό στόμα το σπίτι. Είχε τυλιχτεί ολόκληρο στις φλόγες που χοροπηδούσαν ψηλά, πορτοκαλιές και μαύρες. Έτσι όπως φώτιζαν το πρόσωπο της, της Βαλεντίνας της φάνηκε πιο αληθινή, πιο ζωντανή από κάθε άλλη φορά μετά το Τέσοβο, λες και τούτη η φωτιά είχε ζωντανέψει κάτι μέσα της.

Ώρα. να φεύγουμε, σκέφτηκε. Πίσω απ’ το υπόστεγο των ξύλων βρήκε ένα κομμάτι σκοινί και έδεσε τα χέρια και τα πόδια του Μάζικ.