Выбрать главу

Το αίμα της έτρεχε τόσο δυνατά στις φλέβες της, που η Βαλεντίνα νόμισε πως θα σπάσουν. Άγγιξε την κοιλιά της κι ευχήθηκε το παιδί της να είναι αγόρι. Γιατί τότε ο Ρασπούτιν θα έκανε λάθος. Ας κάνει λάθος! Και γι’ αυτό, και για την Κάτια! Μένα σάλτο βρέθηκε όρθια. Αρκετά κράτησαν τούτα τα ψέματα, τούτα τα παιχνίδια. Άρπαξε το πουγκί με τα χρυσά νομίσματα κι έφυγε.

Η Κάτια πέθανε το ίδιο βράδυ. Η Βαλεντίνα άκουσε τον ελαφρό της ρόγχο κι είδε το κορμί της να χαλαρώνει και να σταματάει να παλεύει. Σιωπηλή, έμεινε να κάθεται εκεί, ακουμπώντας στο κρεβάτι της αδελφής της, να της κρατάει το χέρι, να μην το αφήνει να παγώσει.

Η μητέρα της ακούμπησε το κεφάλι της στο μαξιλάρι της νεκρής κι άρχισε να θρηνεί με συνταρακτικούς λυγμούς κι ο πατέρας της, όρθιος στα πόδια του κρεβατιού, ρωτούσε το Θεό τι είχαν κάνει για να τους αξίζει τέτοια τιμωρία.

Όλη την ημέρα, ενώ παπάδες πήγαιναν κι έρχονταν, κεριά άναβαν και λιβανιστήρια έκαιγαν, και τη νύχτα όταν η Σόνια έπλυνε ξανά το σώμα της Κάτιας και το έντυσε, η Βαλεντίνα δεν άφησε στιγμή το χέρι της αδελφής της.

Μόνο όταν η αυγή της τρίτης ημέρας άρχισε να χρωματίζει τις μαύρες κουρτίνες, ακούμπησε στο πάπλωμα το κέρινο χεράκι κι έφυγε ήσυχα από το δωμάτιο.

Δεν ξαναμπήκε ποτέ της εκεί μέσα.

Οι συγχορδίες ήταν σκληρές, έγδερναν ταφτιά του Γιενς καθώς τα χέρια της Βαλεντίνας σέρνονταν σαν σπασμένα φτερά πάνω στα πλήκτρα του πιάνου. Δυνατές οι νότες γέμιζαν κάθε γωνιά του δωματίου της μουσικής, άλλοτε σ ένα άγριο κρεσέντο κι άλλοτε με μια τρυφερότητα που του σπάραζε την καρδιά.

Ώρες ολόκληρες καθόταν εκεί, παρακολουθώντας το κορμί της Βαλεντίνας να τραντάζεται από ένα σιωπηλό κλάμα. Έπαιζε λες και ήθελε να ξεχειλίσει την ύπαρξη της με μουσική, έτσι που να μη μείνει χώρος για τη θλίψη και την οδύνη. Στο τέλος δεν άντεξε άλλο, σηκώθηκε και την αγκάλιασε από πίσω σφίγγοντας τα χέρια της έτσι που να μην μπορεί να παίξει πια. Εκείνη πάλεψε για λίγο να ελευθερωθεί, μέχρι που κάτι έσπασε μέσα της. Και τότε γύρισε και χώθηκε στην αγκαλιά του, κόλλησε πάνω του αναζητώντας καταφύγιο.

 

37

Η πόλη κρατούσε την ανάσα της. Ο Αρκίν το νιώθε κι όλες του οι αισθήσεις ήταν σε επιφυλακή. Μετακινούνταν από μέρος σε μέρος, δεν έμενε ποτέ για πολύ στον ίδιο τόπο, ξεριζωμένος από παντού. Ωστόσο, δεν μπορούσε να κρατηθεί μακριά από τους Ιβάνοφ. Τον τραβούσαν όπως τραβάει η φλόγα τα έντομα.

Παρακολουθούσε τις κινήσεις τους - τη μητέρα ψηλή κι άκαμπτη βουτηγμένη στα μαύρα και δίπλα της την κόρη της με μαύρα κι αυτή, αλλά σαν να μην πενθεί. Το βήμα της, οι κινήσεις της, είχαν μια έντονη σβελτάδα, ο τρόπος που χτυπούσε τις πόρτες πίσω της έκρυβε θυμό. Ο Αρκίν την παρακολουθούσε κι άκουγε ξανά και ξανά σταφτιά του τα λόγια της: Δεν έχεις συνείδηση; Ο επαναστάτης κόβει κάθε δεσμό με την κοινωνική τάξη και τους ηθικούς κανόνες της, γιατί μόνο έτσι μπορούν να επιτευχθούν ριζικές αλλαγές. Η παλιά τάξη πραγμάτων πρέπει να καταστραφεί.

Κι εκείνη ήταν μέρος της παλιάς κοινωνικής τάξης, προχωρούσε χέρι χέρι με τη μητέρα της.

Γιατί λοιπόν δεν μπορούσε να τις καταστρέψει; Άμαξες κι αυτοκίνητα πηγαινοέρχονταν στο σπίτι με φίλους που έρχονταν να υποβάλουν τα συλλυπητήρια τους.

Αυτή καθεαυτή η κηδεία αηδίασε τον Αρκίν. Μια μακριά σειρά από αμάξια στολισμένα με μαύρα κρέπια, άλογα με κατάμαυρα λοφία, πένθιμα φορέματα που για την κατασκευή τους έπρεπε να είχαν αδειάσει όλα τα μαγαζιά της πόλης από μαύρο μετάξι και μαύρες παγιέτες. Αν ο υπουργός Ιβάνοφ δεν είχε λεφτά για να πληρώσει λύτρα για τις κόρες του, πού είχε βρει το χρυσάφι για όλη αυτή την επίδειξη μεγαλείου; Είχε πάρει κι άλλα δανεικά από τις τράπεζες; Την ώρα που οι μεροκαματιάρηδες άντρες και γυναίκες είχαν τρώγλες για να ζήσουν, οι πλούσιοι είχαν παλάτια για να πεθάνουν. Ο Αρκίν έφτυσε στο χώμα μπροστά στην εκκλησία. Θάνατος σόλους τους! „ Κι ωστόσο, δεν έλεγε να φύγει από κει. Τα πόδια του έδειχναν να έχουν μιαν υπομονή που δεν είχε η σκέψη του, κι όπως στεκόταν ακουμπισμένος σ’ έναν τοίχο στη σκιά της μητρόπολης του Καζάν βλαστήμησε την ώρα και τη στιγμή που συναντήθηκε με τους Ιβάνοφ.

Ο πατέρας βγήκε πρώτος από τη μεγάλη εκκλησία, μα ο Αρκίν δεν του έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Ο υπουργός ήταν από εκείνους που ζητούσαν να κρεμάνε τους επαναστάτες για να παραδειγματίζονται οι άλλοι. Σύντομα θα ερχόταν κι η δική του σειρά να πληρώσει.

Δίπλα του στάθηκε η γυναίκα του με το κεφάλι σκυμμένο κι ένα πυκνό βέλο να την κρύβει από τα βλέμματα. Ο Αρκίν ήθελε να της το ξεσκίσει, να την κοιτάξει κατάματα, να δει τις σκέψεις της. Η γυναίκα βάδιζε αργά, λες και κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια. Η κόρη της όμως που ερχόταν πίσω της κρατούσε ψηλά το κεφάλι και κοίταζε ίσια μπροστά. Μόλις βγήκε στη φθινοπωρινή λιακάδα, τέντωσε το λαιμό της και κάρφωσε το βλέμμα στο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί έξω από τη μητρόπολη. Ήταν φανερό πως έψαχνε για κάποιον.