Выбрать главу

«Θα έπρεπε να το είχες σκεφτεί νωρίτερα αυτό».

«Σου είπε τίποτα;»

«Μου έδωσε αυτό το γράμμα για σένα».

Η Βαλεντίνα το άνοιξε και διάβασε τις λίγες αράδες.

«Καλά νέα;» ζήτησε η Κάτια να μάθει.

«Ναι. Είναι από ένα φίλο του γιατρό».

«Ναι, έτσι μου είπε».

«Εγώ νόμιζα ότι θα ήταν από τον Γιενς».

Πήγε και κάθισε στην καρέκλα όπου είχε καθίσει εκείνος κι έκλεισε τα μάτια της.

Σήμερα η Βαλεντίνα ήταν αποφασισμένη να ευχαριστήσει τον πατέρα της. Πήγε και στάθηκε μπροστά στο γραφείο του, το οποίο ήταν φορτωμένο μέχρι πάνω με χαρτιά και φακέλους, και αναρωτήθηκε πώς έβρισκε λογαριασμό μέσα σόλο αυτό το χαρτομάνι. Σε μιαν άκρη του γραφείου ήταν ακουμπισμένος ένας μεγάλος φάκελος με το χρυσό οικόσημο του τσάρου Νικολάου.

«Ζήτησες να μου μιλήσεις;»

«Ναι, μπαμπά».

«Σε παρακαλώ κάνε γρήγορα. Έχω πολλή δουλειά». Πάντα είχε πολλή δουλειά.

Εκείνη ξεκίνησε επιφυλακτικά.

«Μπορώ να κάνω κάτι για να σε βοηθήσω, μπαμπά; Ξέρω ότι έχεις τους βοηθούς και τους γραμματείς σου στο υπουργείο, αλλά έλεγα μήπως μπορώ να σε βοηθήσω εδώ στο σπίτι με όλον αυτό το συρφετό». Κούνησε το χέρι της δείχνοντας το γραφείο του.

Εκείνη την ώρα ο πατέρας της έλεγχε προσεκτικά ένα φύλλο γεμάτο νούμερα, όμως τώρα η προσοχή του μετατοπίστηκε σεκείνη. Με τα δάχτυλα του τράβηξε το κολάρο της ρεντινγκότας του κι η Βαλεντίνα ένιωσε εκείνο το γνωστό αίσθημα αγάπης γι’ αυτόν και μετά παρατήρησε ότι τα νύχια του ήταν σαν της Κάτιας, στρογγυλά και άχρωμα.

«Σπασίμπα. Σ’ ευχαριστώ που το σκέφτηκες, αλλά όχι.

Λοιπόν, τι θέλεις να συζητήσουμε;»

«Σκέφτηκα πως θα ήθελες να ξέρεις ότι ο λοχαγός Τσερνόφ με κάλεσε σε γεύμα».

Τα σκούρα μάτια του άνοιξαν διάπλατα από ευχαρίστηση και της χαμογέλασε εγκάρδια.

«Μπράβο!» Άφησε κάτω το χαρτί κι ένωσε τα χέρια του σαν για να προσευχηθεί. «Δόξα τω Θεώ», μουρμούρισε, μετά τσιτώθηκε ξαφνικά κι έσκυψε μπροστά. «Κι εσύ δέχτηκες, ελπίζω.»

«Δέχτηκα».

«Άριστα. Είναι ένας σπουδαίος νέος κι ο πατέρας του έχει μεγάλη επιρροή στην τσαρική Αυλή, γι’ αυτό φρόντισε να μην τα κάνεις θάλασσα, Βαλεντίνα. Θέλω να το χειριστείς πολύ προσεκτικά».

Εκείνη χαμογέλασε γλυκά και κούνησε τα μαλλιά της που φάνηκαν σαν να χορεύουν. Χρησιμοποίησε τα όπλα σου, της είχε πει ο Νταβίντοφ. Η ανταμοιβή της ήταν να δει την ανακούφιση στα μάτια του πατέρα της και να ξέρει ότι τον είχε κάνει ευτυχισμένο, έστω και για λίγο.

«Να μη σενοχλώ άλλο, μπαμπά». Σηκώθηκε και κίνησε για την πόρτα, αλλά στα μισά σταμάτησε και κοίταξε πάνω απτον ώμο της, σαν να είχε ξεχάσει κάτι.

«Μπαμπά, κάτι ακόμα».

Εκείνος είχε σηκώσει την πένα του, το μεγάλο του κεφάλι ήταν ήδη σκυμμένο σε μια άλλη στοίβα χαρτιά.

«Τι είναι;»

«Έκανα αίτηση για εκπαιδευόμενη νοσοκόμα στο νοσοκομείο της Αγίας Ισαβέλας».

Οι λέξεις είχαν ειπωθεί.

«Όχι!» Η γροθιά του χτύπησε πάνω στο γραφείο τόσο δυνατά, που τα χαρτιά πέσανε απ’ τη στοίβα κι η πένα του βρέθηκε στο πάτωμα. «Δεν θα το κάνεις αυτό το πράγμα».

«Μπαμπά, άκουσε με. Σε παρακαλώ. Θέλω να το κάνω γιατί-»

«Βαλεντίνα, σου έχω ξαναπεί να ξεχάσεις αυτή τη βλακώδη ιδέα». Σταγόνες ιδρώτα φάνηκαν στο μέτωπο του.

«Σκέφτηκα», είπε εκείνη ήρεμα, «ότι θα μπορούσαμε να κάνουμε μια συμφωνία».

«Τι είδους συμφωνία;»

Θίξτο προσεκτικά.

«Θέλω την υπογραφή σου σένα έντυπο γιατί είμαι κάτω από είκοσι χρόνων. Μπαμπά, σε παρακαλώ, υπόγραψε για μένα. Κι εγώ, σε αντάλλαγμα, θα χορεύω με το χαριτωμένο και σπουδαίο σου λοχαγό Τσερνόφ. Θα γελάω συνέχεια και θα πεταρίζω τις βλεφαρίδες μου με σκέρτσο σαν να είμαι κανένα ηλίθιο κουτορνίθι». Στην παύση που ακολούθησε εκείνη χαμογέλασε με υποταγμένο ύφος στον πατέρα της. «Αν υπογράψεις».

«Δεν πρόκειται να κάνω κάτι τέτοιο».

«Μπαμπά, για σκέψου το. Την ημέρα θα είμαι ήρεμη κι άφαντη, μια άγνωστη νοσοκόμα σένα άγνωστο νοσοκομείο. Αλλά τη νύχτα θα μεταμορφώνομαι σε μια αξιολάτρευτη δεσποινίδα της κοινωνίας της Πετρούπολης, περιτριγυρισμένη από όση σαμπάνια και χαβιάρι και χορούς μπορείς να φανταστείς». Κούνησε τους γοφούς της σένα φανταστικό βαλς. «Το όνομα του υπουργού Ιβάνοφ θακούγεται συνέχεια στην τσαρική Αυλή, θα ζηλεύουν τη θέση σου. Αυτό δεν θέλεις; Αυτό θέλω κι εγώ για σένα». Του χαμογέλασε. «Έτσι βολευόμαστε κι οι δυο. Σύμφωνοι, μπαμπά;»

Εκείνος έβγαλε ένα μεγάλο λευκό μαντίλι απτην τσέπη του και σφούγγισε το πρόσωπο του.

«Σύμφωνοι».

«Σ’ ευχαριστώ, μπαμπά».

Κι έφυγε αμέσως προτού εκείνος αλλάξει γνώμη. Ήξερε ότι στον πατέρα της δεν άρεσε καθόλου αυτό -εξάλλου ούτε στην ίδια άρεσε- αλλά ήταν ο μόνος τρόπος για να της επιτραπεί να προσληφθεί σένα νοσοκομείο. Αργά αργά ξεκούμπωσε τα φιλντισένια κουμπιά του πουκαμίσου της, τα σύγκρινε με το χλομό της δέρμα κι απόμεινε να φαντάζεται τα δάχτυλα του Γιενς να κάνουν αυτό το πράγμα.