Καταλαβαίνετε βέβαια, πως το ενδιαφέρον μου για την ιστορία του Ερίκ και της Κριστίν Ντααέ εξακολουθούσε να είναι μεγάλο, κι αυτό, όχι γιατί με διακατείχε κάποια νοσηρή περιέργεια, αλλά γιατί ανησυχούσα. Σκεφτόμουν πως αν ποτέ ο Ερίκ ανακαλύψει ότι η Κριστίν δεν τον αγαπά γι' αυτό που είναι, τότε μπορούμε να περιμένουμε τα πάντα. Στη διάρκεια των προσεχτικών μου περιπλανήσεων στην Όπερα, δεν άργησα να μάθω την αλήθεια για το θλιβερό έρωτα του τέρατος. Κυριαρχούσε στο πνεύμα της Κριστίν μέσα απ' τον τρόμο. Κυριαρχούσε στο πνεύμα της Κριστίν, η καρδιά όμως αυτού του τρυφερού παιδιού ανήκε ολοκληρωτικά στον υποκόμη Ραούλ ντε Σανιύ. Ενώ οι δυο τους έπαιζαν αθώα τους αρραβωνιασμένους, στους πάνω ορόφους της Όπερας — ακριβώς για ν' αποφύγουν το τέρας — δεν έπαυαν ν' ανησυχούν πως κάποιος τους παρακολουθούσε. Ήμουν αποφασισμένος να σκοτώσω το τέρας, αν χρειαζόταν, και στη συνέχεια να πάω να παραδοθώ στην αστυνομία και να τα πω όλα. Όμως, ο Ερίκ δεν έδινε σημεία ζωής — πράγμα που δε σήμαινε πως εγώ είχα πάψει ν' ανησυχώ.
Πρέπει να σας εκθέσω όλον το συλλογισμό μου. Νόμισα πως το τέρας, εξαιτίας της ζήλειας του, είχε εγκαταλείψει την κατοικία του κι έτσι θεώρησα πως χωρίς κίνδυνο μπορούσα να μπω στο σπίτι της Λίμνης από το πέρασμα του τρίτου υπογείου. Πραγματικά, υπήρχαν πολλοί και σημαντικοί λόγοι για να με κάνουν να πάω να μάθω τι ακριβώς συνέβαινε εκεί μέσα! Μια μέρα, κουρασμένος πια να περιμένω την κατάλληλη ευκαιρία, πήγα και πασπάτεψα την πέτρα. Αμέσως άκουσα μια υπέροχη μουσική. Ήταν το τέρας που δούλευε, μ' όλες τις πόρτες ανοιχτές, τον Θριαμβεύοντα Δον Ζουάν του. Ήξερα πως αυτό ήταν το έργο της ζωής του. Δεν τολμούσα να κάνω την παραμικρή κίνηση· καθόμουν ακίνητος στη σκοτεινή μου τρύπα… Σε μια στιγμή, σταμάτησε να παίζει κι άρχισε να περπατά σαν τρελός πέρα δώθε μέσ' στο σπίτι του. Έλεγε μονολογώντας με δυνατή φωνή: «Πρέπει όλ' αυτά να τελειώσουν πριν! Να τελειώσουν για τα καλά! μια και καλή!». Αυτά τα λόγια, κάθε άλλο παρά με καθησύχασαν και καθώς η μουσική ξανάρχιζε έκλεισα σιγά σιγά την πέτρα. Όμως, παρόλο που η πέτρα ήταν κλειστή εξακολουθούσα ν' ακούω συγκεχυμένα ένα τραγούδι, πολύ μακρινό, λες κι ανέβαινε από τα έγκατα της γης, που μου 'φέρνε στο νου το τραγούδι της σειρήνας που αναδυόταν από τα βάθη των νερών της λίμνης. Θυμήθηκα τότε αυτά που είχαν πει μερικοί εργάτες μετά το θάνατο του Ζοζέφ Μπικέ και που είχαν προκαλέσει ειρωνικά χαμόγελα; «Γύρω από το σώμα του κρεμασμένου ακουγόταν ένας ήχος που έμοιαζε με το τραγούδι των νεκρών».
Την ημέρα της απαγωγής της Κριστίν Ντααέ έφτασα στην Όπερα, πολύ αργά το βράδυ τρέμοντας, έμαθα τα νέα. Είχα περάσει μια φριχτή μέρα, γιατί από την ώρα που διάβασα σε μια πρωινή εφημερίδα την αναγγελία του γάμου της Κριστίν Ντααέ με τον υποκόμη ντε Σανιύ, δεν έπαψα λεπτό ν' αναρωτιέμαι μήπως τελικά, το καλύτερο που είχα να κάνω ήταν να. καταγγείλλω το τέρας. Όμως, τελικά επικράτησε η λογική· ήμουν σίγουρος, πως κάτι ανάλογο, το μόνο που θα πετύχαινε ήταν η επιτάχυνση της ενδεχόμενης καταστροφής.
Όταν η άμαξά μου με άφησε μπροστά στην Όπερα κοίταξα αυτό το μνημείο λες και μου φαινόταν απίστευτο που βρισκόταν ακόμη στη θέση του!
Όμως, όπως κάθε καλός Ανατολίτης, είμαι λίγο μοιρολάτρης κι έτσι μπήκα μέσα έτοιμος για όλα!
Η απαγωγή της Κριστίν Ντααέ στη διάρκεια της πράξης της φυλακής, που όπως ήταν φυσικό αιφνιδίασε όλον τον κόσμο, με βρήκε προετοιμασμένο. Ήταν βέβαιο πως ο Ερίκ κρυβόταν πίσω απ' αυτό το ανεξήγητο γεγονός, σαν τέλειος «ταχυδακτυλουργός» που ήταν. Σκέφτηκα στα σοβαρά πως αυτό ήταν το τέλος της Κριστίν και ίσως το τέλος όλου του κόσμου.
Για μια στιγμή, αναρωτήθηκα μήπως θα 'πρεπε να συμβουλέψω όλον αυτόν τον κόσμο που χασομερούσε στο θέατρο, να φύγει το γρηγορότερο για να σωθεί. Αλλά, απόρριψα κι αυτήν την ιδέα, γιατί ήμουν σίγουρος πως θα μ' έπαιρναν για τρελό. Άλλωστε, ήξερα πολύ καλά πως αν, για παράδειγμα, άρχιζα να φωνάζω «φωτιά», για να κάνω όλον αυτόν τον κόσμο να φύγει από κει μέσα, πιθανά να γινόμουν η αιτία, λόγω του πανικού που θα προκαλούσα, μιας καταστροφής πολύ μεγαλύτερης απ' αυτήν που φοβόμουνα.