Выбрать главу

«Μοκλέρ! Μοκλέρ!»

Η φωνή του διευθυντή σκηνής αντηχούσε τώρα στα υπόγεια πολύ δυνατά. Όμως ο Μοκλέρ δεν απαντούσε.

Είπαμε πριν πως μια μικρή πόρτα άνοιγε κι έβγαινε σε μια μικρή σκάλα που κατέβαινε στο δεύτερο υπόγειο. Ο αστυνόμος την έσπρωξε αλλά η πόρτα δεν άνοιξε: «Για κοιτάχτε! Κοιτάξτε, κύριε διευθυντά, δεν μπορώ ν' ανοίξω αυτήν την πόρτα… είναι πάντα έτσι δύσκολο ν' ανοίξει;»

Ο διευθυντής σκηνής δίνοντας μια δυνατή σπρωξιά με τον ώμο του προσπάθησε ν' ανοίξει την πόρτα. Κατάλαβε πως έσπρωχνε ταυτόχρονα κι ένα ανθρώπινο σώμα που αναγνώρισε αμέσως· δεν μπόρεσε να μην φωνάξει:

«Μοκλέρ!»

Όλοι αυτοί που ακολουθούσαν τον αστυνόμο σε τούτη την επίσκεψή του στο «αρμόνιο», προχώρησαν ανήσυχοι.

«Ο δύστυχος! Είναι νεκρός!» αναστέναξε ο διευθυντής σκηνής.

Όμως ο κύριος Μιφρουά, ο αστυνόμος, που τίποτα δεν μπορεί να τον αιφνιδιάσει, είχε κιόλας σκύψει πάνω από το μεγάλο αυτό σώμα και είπε:

«Όχι, απλά, είναι τύφλα στο μεθύσι!…»

«Πρώτη φορά θα πρέπει να του συμβαίνει κάτι τέτοιο», δήλωσε ο διευθυντής σκηνής.

«Τότε, ίσως του 'δωσαν κάποιο ναρκωτικό… Είναι πολύ πιθανό».

Ο Μιφρουά σηκώθηκε, κατέβηκε μερικά σκαλοπάτια ακόμα και φώναξε:

«Κοιτάξτε!»

Στη λάμψη ενός μικρού κόκκινου φαναριού είδε στη βάση της σκάλας δυο ακόμη σώματα. Ο διευθυντής σκηνής αναγνώρισε τους βοηθούς του Μοκλέρ… Ο Μιφρουά κατέβηκε, τους εξέτασε.

«Κοιμούνται βαθιά», είπε. «Πολύ περίεργο! Δεν μπορούμε πλέον να αμφισβητούμε την παρέμβαση κάποιου άγνωστου στην καμπίνα του φωτισμού… και προφανώς, αυτός ο άγνωστος ήταν στην υπηρεσία του απαγωγέα!… Μα, τι τρελή ιδέα ν' αρπάξει μια καλλιτέχνιδα επί σκηνής!… Αυτό είναι σίγουρα ριψοκίνδυνο και πολύ δύσκολο… μια πρόκληση!… Φωνάξτε μου το γιατρό του θεάτρου».

Και ο Μιφρουά επανέλαβε:

«Περίεργη, πολύ περίεργη υπόθεση!»

Μετά, γύρισε στο μικρό δωμάτιο και απευθυνόμενος στους άλλους, που ούτε ο Ραούλ ούτε ο Πέρσης μπορούσαν να δουν, ρώτησε:

«Τι έχετε να πείτε για όλ' αυτά, κύριοι; Είσαστε οι μόνοι που δεν έχετε πει τη γνώμη σας. Ωστόσο, δεν μπορεί, θα πρέπει και σεις να 'χετε κάποια άποψη…»

Τότε, ο Ραούλ κι ο Πέρσης είδαν από το κεφαλόσκαλο να εμφανίζονται οι δυο τρομαγμένες σκιές των κυρίων διευθυντών — από κει φαινόντουσαν μόνο οι σκιές τους — και άκουσαν την ταραγμένη φωνή του Μονσαρμέν:

«Κύριε αστυνόμε, εδώ συμβαίνουν πράγματα που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε!»

Οι σκιές τους εξαφανίστηκαν.

«Ευχαριστώ για την πληροφορία, κύριοι», είπε ειρωνικά ο Μιφρουά.

Ο διευθυντής σκηνής όμως, του οποίου το σαγόνι ξεκουραζόταν μέσα στη χούφτα του δεξιού του χεριού, στάση που είναι αναμφισβήτητο δείγμα βαθιάς περισυλλογής, είπε:

«Δεν είναι η πρώτη φορά που ο κύριος Μοκλέρ κοιμάται μέσ' στο θέατρο. Θυμάμαι πως ένα βράδυ τον είχα βρει να ροχαλίζει στην καμπίνα του, δίπλα στην καπνοθήκη του».

«Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε;» ρώτησε ο κύριος Μιφρουά, ενώ σκούπιζε σχολαστικά τα κρύσταλλα του λορνιόν του, γιατί ο κύριος αστυνόμος ήταν μύωπας, κάτι που μπορεί να συμβεί και στα ωραιότερα μάτια του κόσμου.

«Θεέ μου!…» είπε ο διευθυντής σκηνής «…όχι, δεν έχει περάσει πολύς καιρός… Για σταθείτε!… Ήταν το βράδυ… Μα την πίστη μου… ναι… ήταν το βράδυ, ξέρετε, κύριε αστυνόμε, το βράδυ που ακούστηκε αυτό το διαβόητο κουάξ!…»

«Αλήθεια, ήταν εκείνο το βράδυ που η Καρλότα ξεστόμισε το κουάξ;» Ο κύριος Μιφρουά, αφού ξανάβαλε το ματογυάλι του, κοίταξε επίμονα το διευθυντή σκηνής λες κι ήθελε να διεισδύσει στη σκέψη του.

«Καπνίζει λοιπόν ο Μοκλέρ;…» ρώτησε μ' ένα ανέμελο ύφος.

«Και, βέβαια, κύριε αστυνόμε… Για σταθείτε!… να η καπνοθήκη του, εδώ σ' αυτό το πλακάκι. Α! είναι μεγάλος καπνιστής…»

«Και γω το ίδιο!» είπε ο κύριος Μιφρουά κι έβαλε την καπνοθήκη στην τσέπη του.

Ο Ραούλ και ο Πέρσης, δίχως κανείς ν' αντιληφθεί την παρουσία τους, παρακολούθησαν τη μεταφορά από τους τεχνικούς των τριών σωμάτων. Ο αστυνόμος τους ακολούθησε και ανέβηκε, μαζί μ' όλον τον υπόλοιπο κόσμο πίσω του. Για μερικά λεπτά, εξακολούθησαν ν' ακούνε τα βήματά τους απ' το πλατό.

Όταν έμειναν μόνοι, ο Πέρσης έκανε νόημα στον Ραούλ να σηκωθεί. Ο Ραούλ σηκώθηκε, δίχως ωστόσο να προσέχει τη στάση που του είχε συμβουλέψει ο Πέρσης. Ο Πέρσης του ζήτησε ξανά να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να πυροβολήσει, ό,τι κι αν συμβεί.

«Μα, έτσι κουράζεται το χέρι μου αδίκως!» μουρμούρισε ο Ραούλ «κι όταν θα πυροβολήσω δε θάμαι καθόλου σίγουρος για το τι πυροβολώ!»