Выбрать главу

Οπότε η φιλοσοφική διάκρισις μεταξύ ουσίας και ενεργείας στον Θεό, που βασίζεται στα Αριστοτελικά φιλοσοφικά κατηγορήματα, δεν έχει έννοια προκειμένου περί του Θεού. Δεν μπορεί να εφαρμοσθή στον Θεό. Η διάκρισις ουσίας και ενεργείας, που κάνουν οι Πατέρες, προέρχεται από την εμπειρία της θεώσεως.

Η βασική ουσιαστική αίρεσις όλων αυτών των αιρετικών ρευμάτων και φιλοσοφικών τάσεων είναι η απόρριψις της Αποφατικής Θεολογίας. Δηλαδή του ότι μεταξύ κτιστού και ακτίστου δεν υπάρχει καμμία ομοιότης. Οπότε δεν μπορούμε να αποδώσωμε στον Θεό κατηγορήματα παρμένα από την Αριστοτελική ή την αντι-Αριστοτελική φιλοσοφία. Με τον όρο αντί-Αριστοτελική φιλοσοφία εδώ εννοούμε εκείνην την φιλοσοφία που γίνεται μεν με βάσι την διάκρισι μεταξύ της ουσία και της ενεργείας του Θεού που προέρχεται από την εμπειρία της θεώσεως, αλλά η οποία μετατρέπεται σε φιλοσοφία, δηλαδή φιλοσοφοποιείται από τους αιρετικούς. Σ’ αυτούς, η Πατερική διάκρισις από εμπειρική γίνεται οντολογική διάκρισις.

Η Πατερική όμως διάκρισις δεν έχει καμμία σχέσι με την οντολογία. Αυτό κανείς θα το καταλάβη, αν διαβάση Διονύσιο Αρεοπαγίτη, ο οποίος λέγει ότι, όταν κανείς φθάση στην θέωσι, τότε καταλαβαίνει ότι ο Θεός ούτε Μονάς είναι ούτε Τριάς είναι ούτε Ενάς είναι ούτε Θεός είναι! Δηλαδή όλα τα ονόματα και νοήματα που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος καθ’ οδόν προς την θέωσι, όλα αυτά καταργούνται στην θέωσι, διότι ο Θεός δεν ταυτίζεται με κανένα από τα ονόματα ή νοήματα που Του αποδίδει ο άνθρωπος. Αυτή η γνώσις προέρχεται από την εμπειρία του δοξασμού και της θεώσεως. Αυτό το περιγράφει ο απόστολος Παύλος πολύ καθαρά. Λέγει: «Γλώσσαι παύσονται, προφητείαι καταργηθήσονται και γνώσεις καταργηθήσονται»[132]. Αυτό λέγει και ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης.

Βάσει λοιπόν της Αποφατικής Θεολογίας οι Πατέρες ανέτρεψαν και τον Αρειανισμό και τον Νεστοριανισμό. Και τον Αρειανισμό, το τονίζω, που φαίνεται ότι είναι αποφατικός, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι. Διότι, όταν λέγη ο Άρειος, ότι, ούτε ο Λόγος ξέρει την ουσία του Θεού, αυτό τι σημαίνει; Καλά, ο Λόγος δεν ξέρει την ουσία του Θεού. Ο Άρειος, όμως, από που ξέρει ότι το κατ’ ουσίαν σημαίνει το κατ’ ανάγκην στο Θεό; Δηλαδή, ο ίδιος ο Άρειος προδίδει τον εαυτό του, διότι από που έμαθε ο Άρειος ότι η ουσία του Θεού είναι το αναγκαίον ον;

Στην Σχολαστική Θεολογία είναι που μιλάνε για αναγκαίον ον το οποίον, κατ’ αυτούς, είναι ο Θεός. Στην Πατερική Θεολογία όμως αυτός ο τρόπος σκέψεως δεν υπάρχει, διότι, εφ’ όσον δεν γνωρίζωμε την ουσία του Θεού, άρα δεν μπορούμε να αποδώσωμε στον Θεό ούτε το κατηγόρημα αναγκαίον ον.

Γι’ αυτό οι Πατέρες λένε ότι, εάν τα κτιστά είναι όντα, τότε ο Θεός είναι μη ον. Και, εάν ο Θεός είναι ον (ο ων), τότε τα κτιστά είναι μη όντα. Που σημαίνει ότι δεν υπάρχει καμμία ομοιότης μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Αυτό το δόγμα είναι το ποιο βασικό δόγμα τη Ορθοδόξου Θεολογίας και είναι απόρροια της εμπειρίας της θεώσεως και όχι του φιλοσοφικού στοχασμού. Η Αποφατική Θεολογία δεν είναι φιλοσοφία, αλλά είναι ταυτόσημη με την εμπειρία της θεώσεως και τίποτε άλλο.

Η επιχειρηματολογία των Πατέρων της Εκκλησίας, βάσει της οποίας επεχείρησαν να αποδείξουν ότι ο Λόγος γνωρίζει την ουσία του Πατρός και έχει όλην την ενέργεια του Πατρός, εβασίζετο σε ωρισμένους γενικούς κανόνες, τους οποίους ακολούθησαν και οι Αρειανοί και οι Ορθόδοξοι.

Και οι δύο συμφωνούσαν πρώτα — πρώτα στο ότι η ουσία του Θεού διακρίνεται από την ενέργεια του Θεού. Και οι δύο τους κληρονόμησαν από την Παράδοσι την διάκρισι μεταξύ ουσίας και ενεργείας, ότι δηλαδή η ουσία του Θεού είναι αμέτοχος στα κτίσματα, μετέχεται όμως η ενέργεια του Θεού από ωρισμένα κτίσματα. Όχι όμως σε όλες τις μορφές της — διότι η μία ενέργεια του Θεού διακρίνεται σε πολλές επιμέρους ενέργειες —, αλλά σε όσες ο Θεός επιτρέπει στα κτίσματα να μετέχουν. Π.χ. όλα τα κτίσματα μετέχουν στην δημιουργική ενέργεια του Θεού και στην προνοητική ενέργεια του Θεού (Θεία Πρόνοια). Μόνο όμως ωρισμένα από τα κτίσματα μετέχουν εκτός των ανωτέρω και στην γνωστική ενέργεια του Θεού ή στην θεωτική ενέργεια του Θεού. Θεωτική ενέργεια είναι η ενέργεια μέσω της οποίας ο άνθρωπος βλέπει τον Θεό.

Στην Πατερική παράδοσι υπάρχουν δύο θεώσεις. Η μία θέωσις είναι ουσιώδης, είναι δηλαδή της ουσίας του Θεού. Υπάρχει κατοχή της ουσίας του Θεού. Σ’ αυτήν μετέχουν μόνο ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, διότι η ουσία της Αγίας Τριάδος είναι γνωστή μόνο στην Αγία Τριάδα.

вернуться

132

Παραλλαγή του Α ’ Κορ. 13, 8.