Выбрать главу

Ο Φρόντο έβγαλε την μπέρτα του και, βγάζοντας τον αλυσιδωτό θώρακα των ορκ, τον πέταξε. Ανατρίχιασε λιγάκι.

– Εκείνο που στ’ αλήθεια χρειάζομαι είναι κάτι ζεστό, είπε. Ή έχει ψύχρα ή εγώ άρπαξα κρύο.

– Μπορείς να πάρεις το μανδύα μου, κύριε Φρόντο, είπε ο Σαμ. Κατέβασε το σακίδιό του κι έβγαλε τον ξωτικο-μανδύα.

– Πώς σου φαίνεται, κύριε Φρόντο; είπε. Τύλιξε εκείνο το κουρέλι των ορκ ολόγυρά σου και βάλε τη ζώνη σου από πάνω. Ύστερα αυτός μπορεί να πάει πάνω απ’ όλα. Δε μοιάζει για στολή ορκ, αλλά θα σε ζεστάνει· και θα ’λεγα πως θα σε φυλάει από κακό καλύτερα απ’ οτιδήποτε άλλο. Τον έχει φτιαγμένο η Κυρά.

Ο Φρόντο πήρε το μανδύα και κούμπωσε την καρφίτσα.

– Έτσι είναι καλύτερα! είπε. Νιώθω πιο ξαλαφρωμένος. Μπορώ να συνεχίσω τώρα. Τούτο όμως το τυφλό σκοτάδι μοιάζει να μπαίνει στην καρδιά μου. Εκεί που ήμουνα στη φυλακή, Σαμ, προσπάθησα να θυμηθώ τον Μπράντιγουάιν και το Γούντι Εντ και το Νερό να κυλάει στο μύλο του Χόμπιτον. Όμως, δεν μπορώ να τα δω τώρα.

– Έλα, τώρα, κύριε Φρόντο, γιατί είσαι συ που μιλάς για νερό τούτη τη φορά! είπε ο Σαμ. Αν μπορούσε να μας δει ή να μας ακούσει η Κυρά τώρα, θα της έλεγα: «Ευγενική Κυρά, το μόνο που θέλουμε είναι φως και νερό – καθαρό νερό μονάχα και το απλό φως της ημέρας κι όχι στολίδια, με το συμπάθιο». Αλλά το Λόριεν είναι μακριά.

Ο Σαμ αναστέναξε κι ανέμισε το χέρι του κατά τα ψηλώματα των Έφελ Ντούαθ, που τώρα μόλις μπορούσε να διακρίνει σαν μια βαθύτερη μαυρίλα στο μαύρο του ουρανού.

Ξεκίνησαν πάλι. Δεν είχαν προχωρήσει πολύ, όταν ο Φρόντο σταμάτησε.

– Ένας Μαύρος Καβαλάρης είναι από πάνω μας, είπε. Το νιώθω. Καλά θα κάνουμε να μείνουμε ακίνητοι για λίγο.

Μαζεύτηκαν κάτω από ένα μεγάλο βράχο και κάθισαν κοιτάζοντας δυτικά και δε μίλησαν για αρκετή ώρα. Ύστερα, ο Φρόντο πήρε μια βαθιά αναπνοή ανακουφισμένος.

– Πέρασε, είπε.

Σηκώθηκαν όρθιοι κι ύστερα κι οι δυο τέντωσαν τα μάτια απορημένοι. Πέρα στ’ αριστερά τους, νότια, στο βάθος του ουρανού που γινόταν γκρίζος, οι κορφές και οι ψηλές ράχες της μεγάλης οροσειράς άρχισαν να φαίνονται μαύρες και σκοτεινές, σχήματα ορατά. Το φως δυνάμωνε πίσω τους. Σιγά σιγά απλωνόταν κατά το Βοριά. Γινόταν μάχη πάνω ψηλά στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας. Τα φουσκωτά σύννεφα της Μόρντορ σπρώχνονταν πίσω κι οι άκρες τους κουρελιάζονταν καθώς ένας άνεμος απ’ το ζωντανό κόσμο σηκώθηκε κι έδιωξε τις αναθυμιάσεις και τους καπνούς πίσω στη σκοτεινή γη ι ης πατρίδας τους. Κάτω απ’ τις ανασηκωμένες άκρες της θλιβερής συννεφοσκεπής ένα θαμπό φως ξεγλιστρούσε στη Μόρντορ σαν χλωμό πρωινό μέσα από τα βρόμικα παράθυρα κάποιας φυλακής.

– Κοίτα, κύριε Φρόντο! είπε ο Σαμ. Κοίτα! Ο αέρας άλλαξε. Κάτι γίνεται. Δεν πάνε όλα όπως τα θέλει Αυτός. Το σκοτάδι του έξω στον κόσμο διαλύεται. Πόσο θα ’θελα να ’βλεπα τι γίνεται!

Ήταν το πρωινό της δεκάτης πέμπτης του Μάρτη και στην Κοιλάδα του Άντουιν ο Ήλιος έβγαινε πάνω απ’ τους ανατολικούς ίσκιους κι ο νοτιοδυτικός άνεμος φυσούσε κι ο Θέοντεν ξεψυχούσε στο Πεδίο του Πέλενορ.

Καθώς ο Φρόντο και ο Σαμ είχαν σταθεί και κοίταζαν, το φως απλώθηκε σ’ όλο το μήκος των ’Εφελ Ντούαθ και τότε είδαν μια μορφή να έρχεται με μεγάλη ταχύτητα από τη Δύση, μια μαύρη κουκκίδα στην αρχή, στη φωτεινή λωρίδα πάνω από τις κορυφές των βουνών, που μεγάλωνε όμως, ώσπου βούτηξε σαν κεραυνός στα μαύρα σύννεφα και πέρασε ψηλά από πάνω τους. Καθώς περνούσε, έβγαλε μια μακρόσυρτη διαπεραστική κραυγή, τη φωνή ενός Νάζγκουλ· όμως, η κραυγή αυτή δεν τους τρόμαζε πια – ήταν φωνή θρήνου κι απελπισίας, άσχημα νέα για το Μαύρο Πύργο. Ο Αρχηγός των Δαχτυλιδοφαντασμάτων ι:ίχε ανταμωθεί με το μοιραίο.

– Τι σου ’λεγα; Κάτι γίνεται! φώναξε ο Σαμ. «Ο πόλεμος πάει καλά», είχε πει ο Σαγκράτ· ο Γκόρμπαγκ όμως δεν ήταν και τόσο σίγουρος και είχε δίκιο. Τα πράγματα πάνε καλά, κύριε Φρόντο. Δεν πήρες καμιά ελπίδα τώρα;

– Ε, όχι και πολλές, Σαμ, αναστέναξε ο Φρόντο. Εκείνα γίνονται μακριά, πέρα απ’ τα βουνά. Εμείς πηγαίνουμε ανατολικά, όχι δυτικά. Και το Δαχτυλίδι είναι τόσο βαρύ, Σαμ. Κι έχω αρχίσει να το βλέπω μες στο νου μου συνέχεια, σαν ένα μεγάλο τροχό από φωτιά.

Τα κέφια του Σαμ χάλασαν πάλι αμέσως. Κοίταξε τον κύριό του ανήσυχα και του έπιασε το χέρι.

– Έλα, κύριε Φρόντο! είπε. Εγώ πήρα το ένα απ’ αυτά που ήθελα -λίγο φως. Αρκετό για να μας βοηθήσει, μόλο που φαντάζομαι πως είναι και επικίνδυνο. Για προσπάθησε να προχωρήσουμε λίγο παραπέρα κι ύστερα θα κρυφτούμε και θα ξεκουραστούμε. Πάρε όμως μια μπουκιά τώρα, λίγο απ’ την τροφή των Ξωτικών μπορεί να εγκαρδιώσει.

Μοιράστηκαν ένα κομμάτι λέμπας και, μασώντας το όσο πιο καλά μπορούσαν με τα φρυγμένα τους στόματα, ο Φρόντο κι ο Σαμ συνέχισαν να προχωρούν με κόπο. Το φως, μόλο που δεν ήταν παρά γκρίζο μισοσκόταδο, ήταν αρκετό για να δουν πως βρίσκονταν βαθιά στην κοιλάδα ανάμεσα στα βουνά. Ανηφόριζε ομαλά κατά το βοριά και στο κάτω μέρος της περνούσε η κοίτη ενός τώρα στεγνού και στερεμένου ρυακιού. Πέρα από την πέτρινη κοίτη είδαν ένα πατημένο μονοπάτι που ακολουθούσε τα ριζά των δυτικών λόφων. Αν το ήξεραν, θα μπορούσαν να είχαν φτάσει εκεί νωρίτερα, γιατί ήταν ένα μονοπάτι που άφηνε τον κυρίως δρόμο της Μόργκουλ στη δυτική πλευρά της γέφυρας και κατέβαινε, από μια μεγάλη σκάλα κομμένη στο βράχο, στο βάθος της κοιλάδας. Το χρησιμοποιούσαν οι περίπολοι και οι αγγελιαφόροι που πήγαιναν γρήγορα σε μικρότερα φυλάκια και οχυρά κατά το βοριά, ανάμεσα στην Κίριθ Ούνγκολ και στο στενό πέρασμα του Ίσενμάουθ[6], των Σιδερένιων Σαγονιών, του Κάραχ Άνγκρεν.

вернуться

6

Isenmouthe = Σιδερένιο Στόμιο· λεγόταν έτσι εξαιτίας ενός μεγάλου φράχτη από σιδερένια κάγκελα που έκλεινε το άνοιγμα που οδηγούσε στην κοιλάδα Ουντούν, σαν δόντια σε στόμα. (Σημ. Μετ.)