– Μεσημέρι; είπε ο Σαμ, προσπαθώντας να υπολογίσει. Μεσημέρι ποιανής μέρας;
– Της δέκατης τέταρτης μέρας του Καινούριου Χρόνου, είπε ο Γκάνταλφ, ή, αν θέλεις, της όγδοης μέρας του Απρίλη σύμφωνα με το ημερολόγιο του Σάιρ[7]. Αλλά στην Γκόντορ ο Καινούριος Χρόνος τώρα θα αρχίζει πάντοτε στις είκοσι πέντε Μαρτίου, τότε που έπεσε ο Σόρον και σας έφεραν στο Βασιλιά μέσα απ’ τις φωτιές. Αυτός σας περιποιήθηκε και τώρα σας περιμένει. Θα φάτε και θα πιείτε μαζί του. Όταν ετοιμαστείτε θα σας πάω κοντά του.
– Στο Βασιλιά; είπε ο Σαμ. Τι βασιλιά και ποιος είναι;
– Στο Βασιλιά της Γκόντορ και Άρχοντα των Χωρών της Δύσης, είπε ο Γκάνταλφ· που έχει πάρει πίσω όλο το αρχαίο του βασίλειο. Πολύ γρήγορα θα πάει στη στέψη του, αλλά περιμένει εσάς.
– Τι θα φορέσουμε; είπε ο Σαμ – γιατί το μόνο που μπορούσε να δει ήταν τα παλιά κουρελιασμένα ρούχα που φορούσαν στο ταξίδι τους, διπλωμένα κάτω πλάι στα κρεβάτια τους.
– Τα ρούχα που φορούσατε όταν πήγατε στη Μόρντορ, είπε ο Γκάνταλφ. Ακόμα και τα κουρέλια των ορκ που φορούσες στη μαύρη χώρα, Φρόντο, θα φυλαχτούν. Κανένα μεταξωτό ή λινό, καμιά πανοπλία ή θυρεός δεν μπορεί να είναι πιο τιμημένα. Αργότερα όμως θα σας βρω, ίσως, τίποτ’ άλλα ρούχα.
Ύστερα άπλωσε τα χέρια του προς το μέρος τους και είδαν πως το ένα έλαμπε με φως.
– Τι έχεις εκεί; φώναξε ο Φρόντο. Μήπως είναι...;
— Ναι, σας έφερα τους δύο θησαυρούς σας. Τους βρήκαμε πάνω στο Σαμ, όταν σας σώσαμε. Τα δώρα της Αρχόντισσας Γκαλάντριελ – το αστρογυάλι σου, Φρόντο, και το κουτάκι σου, Σαμ. Θα χαρείτε να τα πάρετε πίσω σώα και αβλαβή.
Αφού πλύθηκαν, ντύθηκαν κι έφαγαν κάτι ελαφρό, οι Χόμπιτ ακολούθησαν τον Γκάνταλφ. Βγήκαν έξω στο δασάκι με τις οξιές, που είχαν κοιμηθεί, και βρέθηκαν σε μια καταπράσινη πρασιά, που έλαμπε στο φως του ήλιου, που δεξιά κι αριστερά της κατέληγε σε μεγαλόπρεπα δέντρα με σκουρόχρωμα φύλλα και γεμάτα κατακόκκινα λουλούδια. Πίσω τους ακουγόταν ο θόρυβος νερού που κυλούσε κι ένα ποταμάκι έτρεχε μπροστά τους μέσα σε λουλουδιασμένες όχθες, ώσπου έφτανε σ’ ένα πράσινο δάσος στο κάτω μέρος της πρασιάς και συνέχιζε κάτω από μια αψίδα δέντρων, που ανάμεσά τους είδαν νερό να γυαλίζει πέρα μακριά.
Όταν έφτασαν στο ξέφωτο του δάσους, είδαν κατάπληκτοι αστραφτερούς ιππότες και ψηλούς φρουρούς ντυμένους στα μαύρα κι ασημένια να στέκονται εκεί και να τους χαιρετούν τιμητικά και να υποκλίνονται μπροστά τους. Κι ύστερα ένας σάλπισε με μια μακριά τρομπέτα και κείνοι συνέχισαν να προχωρούν στο διάδρομο των δέντρων, πλάι στο ρυάκι που κελάρυζε. Κι έτσι έφτασαν σ’ έναν πράσινο τόπο, που στο βάθος του υπήρχε ένας μεγάλος ποταμός που χανόταν σ’ ασημένια ομίχλη, απ’ όπου έβγαινε ένα μακρουλό δασωμένο νησί’ και πολλά καράβια ήταν αγκυροβολημένα στις παραλίες του. Αλλά στο πλάτωμα, που τώρα είχαν σταθεί, ήταν παραταγμένος πολύς στρατός, σε φάλαγγες και λόχους που άστραφταν στον ήλιο. Και καθώς οι Χόμπιτ πλησίασαν, τα σπαθιά βγήκαν απ’ τα θηκάρια τους, τα κοντάρια σείστηκαν, τα βούκινα και οι τρομπέτες αντήχησαν και οι άντρες φώναξαν με πολλές φωνές και σε πολλές γλώσσες:
Κι έτσι με τα πρόσωπα κατακόκκινα και τα μάτια να λάμπουν από απορία και θαυμασμό, ο Φρόντο και ο Σαμ προχώρησαν και είδαν ότι στη μέση των στρατιωτών που ζητωκραύγαζαν ήταν τοποθετημένα τρία ψηλά καθίσματα φτιαγμένα από πρασινάδες. Πίσω από το κάθισμα δεξιά κυμάτιζε, άσπρο σε πράσινο φόντο, ένα μεγάλο άλογο που έτρεχε ελεύθερο· στα αριστερά είχε ένα λάβαρο ασημένιο πάνω σε βαθύ γαλάζιο, ένα πλοίο με έναν κύκνο στην πλώρη να ταξιδεύει στη θάλασσα· πίσω όμως απ’ τον ψηλότερο θρόνο στη μέση όλων μια μεγάλη σημαία ανέμιζε στο αγέρι κι εκεί ένα κατάλευκο δέντρο ανθούσε σε μαύρο αγρό κάτω από μια λαμπερή κορόνα και επτά αστέρια που λαμπύριζαν. Στο θρόνο πάνω καθόταν ένας αρματοντυμένος άντρας, με ένα μεγάλο σπαθί ακουμπισμένο στα γόνατά του, κράνος όμως δε φορούσε. Και τότε τον γνώρισαν, μόλο που ήταν αλλαγμένος, με όψη τόσο χαρούμενη και υψηλή, με παράστημα βασιλικό, άρχοντας των Ανθρώπων, με μαύρα μαλλιά και γκρίζα μάτια.
Ο Φρόντο έτρεξε να τον συναντήσει και ο Σαμ ακολούθησε από κοντά.
– Μωρέ, αυτό τα. ξεπερνάει όλα! είπε. Ή ο Γοργοπόδαρος είναι αυτός ή εγώ κοιμάμαι.
– Ναι, Σαμ, ο Γοργοπόδαρος, είπε ο Άραγκορν. Είναι πολύς ο δρόμος από το Μπρι, έτσι δεν είναι, που δε σου άρεσε η όψη μου; Πολύς ο δρόμος για όλους μας, αλλά ο δικός σας ήταν ο πιο σκοτεινός.