Έπειτα οι Καβαλάρηδες του Βασιλικού Οίκου πάνω σε άσπρα άλογα κάλπασαν ολόγυρα στον τύμβο κι έψαλαν μαζί έναν ύμνο για το Θέοντεν το γιο του Θένγκελ, που τον είχε συνθέσει ο Γκλέονγουάινι ο λυράρης του και που, ύστερα απ’ αυτόν, δεν ξανάφτιαξε άλλον ύμνο πια. Οι αργές φωνές των Καβαλάρηδων συγκίνησαν τις καρδιές ακόμη κι όσων δεν ήξεραν τη γλώσσα του λαού εκείνου· τα λόγια όμως του τραγουδιού έκαναν τα μάτια του λαού του Μαρκ να φωτιστούν καθώς άκουγαν ξανά από μακριά το ποδοβολητό των αλόγων από το Βοριά και τη φωνή του Έορλ ν’ ακούγεται πάνω από τη χλαλοή της μάχης στο Πεδίο του Σέλεμπραντ· και η ιστορία των βασιλιάδων συνέχισε να ξετυλίγεται και το Βούκινο του Χελμ αντήχησε δυνατό στα βουνά, ώσπου έφτασε η Σκοτεινιά κι ο Βασιλιάς Θέοντεν σηκώθηκε και κάλπασε μες στη Σκιά κι έφτασε στη φωτιά και πέθανε μεγαλόπρεπα, την ώρα που ο Ήλιος, ξαναγυρίζοντας ανέλπιστα, έλαμπε πάνω στο Μιντολούιν το πρωί.
Ο Μέρι όμως στεκόταν μπροστά στον πράσινο τύμβο και έκλαιγε και όταν ο ύμνος τελείωσε, ορθώθηκε και φώναξε:
– Βασιλιά Θέοντεν, Βασιλιά Θέοντεν! Έχε γεια! Μου στάθηκες σαν πατέρας, για λίγο. Έχε γεια!
Όταν τελείωσε ο ενταφιασμός και σταμάτησαν τα κλάματα των γυναικών και άφησαν τέλος το Θέοντεν μοναχό στον τύμβο του, τότε ο κόσμος συγκεντρώθηκε στη Χρυσαφένια Αίθουσα για το μεγάλο συμπόσιο και άφησαν κατά μέρος τη λύπη· γιατί ο Θέοντεν είχε ζήσει πλήρης ημερών και τελείωσε τόσο τιμημένα, όσο και οι πιο μεγάλοι από τους προγόνους του. Και όταν έφτασε η ώρα, που, σύμφωνα με το έθιμο του Μαρκ, θα έπιναν στη μνήμη των βασιλέων, η Έογουιν η Αρχόντισσα του Ρόαν σηκώθηκε, χρυσή σαν τον ήλιο και άσπρη σαν το χιόνι, και έφερε ένα γεμάτο κύπελλο στον Έομερ.
Τότε ένας ραψωδός που γνώριζε τις παραδόσεις σηκώθηκε και απάγγειλε όλα τα ονόματα των Αρχόντων του Μαρκ με τη σειρά – του Έορλ του Νεαρού· και του Μπρέγκο που έχτισε το Παλάτι· και του Άλντορ αδελφού του Μπάλντορ[8] του άτυχου· και του Φρέα, του Φρέαγουάινι, του Γκόλντγουάινι, του Ντέορ και του Γκραμ· και του Χελμ που κρύφτηκε στο Λαγκάδι του Χελμ όταν το Μαρκ ηττήθηκε· κι έτσι τελείωσαν οι εννέα τύμβοι της δυτικής πλευράς, γιατί εκείνη την εποχή η διαδοχή διακόπηκε και ύστερα ήρθε η σειρά των τύμβων της ανατολικής πλευράς – του Φρέαλαφ του γιου της αδελφής του Χελμ, του Λεόφα και του Γουάλντα, του Φόλκα, του Φόλκγουάινι, του Φένγκελ, του Θένγκελ και του Θέοντεν ο πιο πρόσφατος. Και όταν ακούστηκε το όνομα του Θέοντεν ο Έομερ άδειασε το κύπελλό του. Έπειτα η Έογουιν είπε στους υπηρέτες να γεμίσουν τα κύπελλα και όλοι όσοι ήταν συγκεντρωμένοι εκεί σηκώθηκαν και ήπιαν στην υγεία του καινούριου βασιλιά, φωνάζοντας:
– Χαίρε, Έομερ, Βασιλιά του Μαρκ!
Τέλος, όταν το δείπνο πλησίαζε να τελειώσει, ο Έομερ σηκώθηκε και είπε:
– Τούτο εδώ είναι το επικήδειο δείπνο του Βασιλιά Θέοντεν όμως, πριν φύγουμε θα σας πω χαρούμενα νέα, γιατί ούτε και σ’ εκείνον θα κακοφαινόταν να το κάνω, επειδή υπήρξε πάντοτε πατέρας για την αδελφή μου την Έογουιν. Ακούστε λοιπόν όλοι εσείς οι καλεσμένοι μου, ευγενικέ κόσμε από πολλά βασίλεια, που σαν κι εσάς ποτέ δεν έχουν ξαναβρεθεί εδώ σ’ αυτό το παλάτι! Ο Φαραμίρ, ο Επίτροπος της Γκόντορ και Πρίγκιπας του Ιθίλιεν, ζητά γυναίκα του την Έογουιν, Αρχόντισσα του Ρόαν, κι εκείνη δέχεται με όλη της την καρδιά. Γι’ αυτό θα δώσουν λόγο μπροστά σε όλους σας.
Και ο Φαραμίρ με την Έογουιν βγήκαν μπροστά και πιάστηκαν χέρι χέρι· και όλοι εκεί ήπιαν στην υγειά τους και χάρηκαν.
– Έτσι, είπε ο Έομερ, η φιλία του Μαρκ και της Γκόντορ συσφίγγεται με έναν ακόμη δεσμό κι εγώ χαίρομαι ακόμα περισσότερο.
– Δεν είσαι καθόλου σφιχτοχέρης, Έομερ, είπε ο Άραγκορν, αφού δίνεις έτσι στην Γκόντορ το ωραιότερο πράγμα του βασιλείου σου!
Τότε η Έογουιν κοίταξε στα μάτια τον Άραγκορν και είπε:
– Ευχήσου μου ευτυχία, άρχοντα μου και θεραπευτή μου! Κι εκείνος απάντησε:
– Ευχόμουν να ευτυχήσεις από τότε που σε είδα για πρώτη φορά. Είναι βάλσαμο στην καρδιά μου να σε βλέπει τώρα τρισευτυχισμένη.
8
Ο μεγαλύτερος γιος του Βασιλιά Μπρέγκο. Στο συμπόσιο που έγινε για να γιορτάσουν την αποπεράτωση του Μέντουσελντ, ορκίστηκε να πάει στα Μονοπάτια των Νεκρών. Το σώμα του το βρήκε εκεί ο Γκρίζος Λόχος με τον Άραγκορν.