Ο Σέλεμπορν όμως είπε:
– Παιδί μου[9], έχε γεια. Μακάρι η μοίρα σου να είναι διαφορετική από τη δική μου κι ο θησαυρός σου να μείνει κοντά σου ως το τέλος!
Και μ’ αυτά χώρισαν και ήταν τότε η ώρα που βασίλευε ο ήλιος· και όταν ύστερα από λίγη ώρα γύρισαν και κοίταξαν πίσω, είδαν το Βασιλιά της Δύσης καβάλα στο άλογό του με τους ιππότες του ολόγυρα· κι ο Ήλιος που έπεφτε τους φώτιζε κι έκανε όλων τις ιπποσκευές να γυαλίζουν σαν κόκκινο χρυσάφι και ο άσπρος μανδύας του Άραγκορν έμοιαζε φλόγινος. Τότε ο Άραγκορν έπιασε το πράσινο πετράδι και το σήκωσε ψηλά και μια πράσινη φωτιά βγήκε από το χέρι του.
Σύντομα η ομάδα που όλο και λιγόστευε, ακολουθώντας τον Ίσεν, έστριψε δυτικά και, διασχίζοντας το Πέρασμα του Ρόαν, μπήκαν στις έρημες περιοχές που βρίσκονταν εκεί και ύστερα έστριψαν βορινά και πέρασαν τα σύνορα της Μαυροχώματης χώρας. Οι κάτοικοι της το ’βαλαν στα πόδια και κρύφτηκαν, γιατί φοβόνταν τα Ξωτικά, αν κι ελάχιστα έρχονταν ποτέ στη χώρα τους· οι ταξιδιώτες όμως δεν τους έδωσαν σημασία, γιατί ήταν ακόμη μια μεγάλη ομάδα και ήταν εφοδιασμένοι με όλα όσα χρειάζονταν κι έτσι συνέχισαν το δρόμο τους με την ησυχία τους κι έστηναν τις σκηνές τους όποτε ήθελαν.
Την έκτη μέρα του χωρισμού τους από το Βασιλιά διέσχισαν ένα δάσος που κατηφόριζε από τους λόφους των Ομιχλιασμένων Βουνών που τώρα υψώνονταν δεξιά τους. Την ώρα που έβγαιναν πάλι από το δάσος σε ανοιχτές περιοχές, το δειλινό, βρήκαν ένα γέροντα με μια μαγκούρα. Ήταν ντυμένος σε γκρίζα ή βρομισμένα άσπρα κουρέλια, και πίσω του ακολουθούσε κάποιος άλλος ζητιάνος, σκυφτός, που γκρίνιαζε.
– Λοιπόν, Σάρουμαν! είπε ο Γκάνταλφ, Πού πας;
– Και τι σε νοιάζει; απάντησε αυτός. Δε θα πάψεις να με διατάζεις πού να πάω ούτε θα μένεις ικανοποιημένος απ’ την καταστροφή μου;
– Την απάντηση την ξέρεις, είπε ο Γκάνταλφ – τίποτα απ’ όλα αυτά. Και, όπως και να ’χουν τα πράγματα, η ώρα των μόχθων μου πλησιάζει τώρα στο τέλος της. Το φορτίο το έχει αναλάβει ο Βασιλιάς. Αν περίμενες στο Όρθανκ, θα τον είχες δει και θα σου είχε δείξει σοφία και έλεος.
– Τότε να ένας λόγος παραπάνω να έφευγα νωρίτερα, είπε ο Σάρουμαν, γιατί δε θέλω τίποτα από εκείνον. Και, στ’ αλήθεια, αν θέλεις απάντηση στην πρώτη σου ερώτηση, ψάχνω να βρω δρόμο να βγω από την επικράτειά του.
– Τότε, γι’ άλλη μια φορά έχεις πάρει λάθος δρόμο, είπε ο Γκάνταλφ, και δε βλέπω ελπίδες στο ταξίδι σου. Περιφρονείς όμως τη βοήθειά μας; Γιατί εμείς σου την προσφέρουμε.
– Σ’ εμένα; είπε ο Σάρουμαν. Όχι, παρακαλώ, μη μου χαμογελάτε! Προτιμώ να με αγριοκοιτάζετε. Κι όσο για την Κυρά εδώ, δεν την εμπιστεύομαι – πάντοτε με μισούσε και ραδιουργούσε για σένα. Δεν αμφιβάλλω πως σε έφερε από δω για να έχει την ευχαρίστηση να απολαύσει το χάλι μου. Αν είχα πάρει είδηση την καταδίωξή σας, δε θα σας έκανα τη χάρη.
– Σάρουμαν, είπε η Γκαλάντριελ, έχουμε άλλες δουλειές και φροντίδες που μας φαίνονται πιο επείγουσες από το να σε κυνηγάμε. Πες καλύτερα ότι σε προλάβαμε από καλή τύχη· γιατί τώρα έχεις μια τελευταία ευκαιρία.
– Αν είναι στ’ αλήθεια η τελευταία, χαίρομαι, είπε ο Σάρουμαν, γιατί θα γλιτώσω τον μπελά να σας αρνηθώ ξανά. Οι ελπίδες μου όλες πάνε χαμένες, όμως για τίποτα δε θέλω να μοιραστώ τις δικές σας. Αν έχετε και καμία.
Για μια στιγμή τα μάτια του πήραν φωτιά.
– Πηγαίνετε! είπε. Δε μελέτησα τόσον καιρό αυτές τις υποθέσεις για το τίποτα. Έχετε καταδικάσει τους εαυτούς σας και το ξέρετε. Και πολύ θα με ανακουφίζει η σκέψη, όπως θα περιπλανιέμαι, πως γκρεμίσατε και το δικό σας σπίτι, όταν καταστρέψατε το δικό μου. Και τώρα, ποιο καράβι θα σας περάσει την πλατιά θάλασσα; είπε κοροϊδευτικά. Θα ’ναι ένα γκρίζο καράβι γεμάτο φαντάσματα.
Γέλασε, αλλά η φωνή του είχε ραγίσει και ήταν αποκρουστική.
– Για έλα σήκω, βλάκα! φώναξε στον άλλο ζητιάνο, που είχε καθίσει κατάχαμα – και τον χτύπησε με τη μαγκούρα του. Γύρνα απ’ την άλλη μεριά! Αν όλοι αυτοί οι σπουδαίοι κύριοι πάνε από το δρόμο μας, εμείς τότε θα πάρουμε άλλον. Κουνήσου, ειδαλλιώς δεν έχει ξεροκόμματο για το Βραδινό σου!
Ο ζητιάνος γύρισε και τους προσπέρασε καμπουριασμένος κλαψουρίζοντας:
– Καημένε γερο-Γκρίμα! Καημένε γερο-Γκρίμα! Πάντα με δέρνει και με βρίζει. Πόσο τον μισώ! Μακάρι να μπορούσα να τον παρατήσω!
– Παράτησέ τον, λοιπόν! είπε ο Γκάνταλφ.
Ο Φιδόγλωσσος όμως έριξε μόνο μια ματιά με τα τσιμπλιασμένα του μάτια όλο φόβο στον Γκάνταλφ κι ύστερα σύρθηκε γρήγορα προσπερνώντας και ακολούθησε το Σάρουμαν. Καθώς το αξιοθρήνητο ζευγάρι προσπέρασε την ομάδα, έφτασαν στους χόμπιτ και ο Σάρουμαν σταμάτησε και τους κοίταξε· εκείνοι όμως τον έβλεπαν με οίκτο.
– Λοιπόν, ήρθατε για να το απολαύσετε κι εσείς το θέαμα, έτσι, βρομόπαιδα; είπε. Δε σας νοιάζει τι λείπει απ’ το ζητιάνο, σας νοιάζει; Γιατί εσείς έχετε όλα όσα θέλετε, φαΐ κι όμορφα ρούχα και το καλύτερο χόρτο για τις πίπες σας. Ω, ναι, ξέρω! Ξέρω από πού προέρχεται. Δε δίνετε ούτε για να καπνίσω μια πίπα σ’ εμένα το ζητιάνο, έτσι;