– Θα ’δινα, αν είχα, είπε ο Φρόντο.
– Μπορείς να πάρεις όσο μου έχει μείνει, είπε ο Μέρι, αν περιμένεις μια στιγμή.
Κατέβηκε κι έψαξε την τσάντα της σέλας του. Έπειτα έδωσε στο Σάρουμαν ένα δερμάτινο σακούλι.
– Πάρε ό,τι έχει, είπε. Χάρισμά σου· προέρχεται απ’ τα συντρίμματα του Ίσενγκαρντ.
Δικό μου, δικό μου, κι ακριβοπληρωμένο μάλιστα! ξεφώνισε ο Σάρουμαν, κρατώντας σφιχτά το σακούλι. Αυτό είναι μόνο ελάχιστη αποζημίωση· γιατί είμαι σίγουρος πως πήρατε περισσότερα. Ένας ζημάνος, όμως, θα πρέπει να ’ναι κι ευχαριστημένος, αν ο κλέφτης τού επιστρέψει έστω και μια μπουκιά απ’ τα κλεμμένα. Αλλά θα πληρωθείτε καλά, όταν πάτε σπίτι σας και βρείτε πως τα πράγματα είναι λιγότερο καλά στη Νότια Μοίρα απ’ ό,τι θα σας άρεσε. Μακάρι για πολύν καιρό ο τόπος σας να μην έχει φύλλο!
Σ’ ευχαριστώ! είπε ο Μέρι. Εν τοιαύτη περιπτώσει για δώσε μου πίσω το σακούλι μου, που δεν είναι δικό σου κι έχει ταξιδέψει μακριά μαζί μου. Τύλιξε το χόρτο σε δικό σου κουρέλι.
Στον κλέφτη αξίζει άλλος κλέφτης, είπε ο Σάρουμαν και γύρισε ι ην πλάτη του στο Μέρι, έριξε μια κλοτσιά στο Φιδόγλωσσο κι έφυγε κατά το δάσος.
– Μωρέ, για άκου τον! είπε ο Πίπιν. Άκου κλέφτης! Κι εμείς τι να πούμε που μας έστησε ενέδρα, μας τραυμάτισε κι έβαλε τους ορκ να μας σέρνουν σ’ όλο το Ρόαν;
Α! είπε ο Σαμ. Και είπε ότι το αγόρασε. Αναρωτιέμαι πώς; Και δε μου άρεσε αυτό που είπε για τη Νότια Μοίρα. Είναι καιρός να γυρίσουμε πίσω.
– Συμφωνώ, είπε ο Φρόντο. Αλλά δεν μπορούμε να πάμε πιο γρήγορα, αν είναι να δούμε τον Μπίλμπο. Εγώ θα πάω πρώτα στο Σκιστό Λαγκάδι, ό,τι κι αν συμβεί.
– Ναι, καλά θα κάνεις, νομίζω, είπε ο Γκάνταλφ. Αλίμονο όμως για το Σάρουμαν! Φοβάμαι πως τίποτ’ άλλο δεν μπορεί να γίνει μ’ αυτόν. Έχει τελείως μαραθεί. Πάντως, δεν είμαι βέβαιος πως ο Δεντρογένης έχει δίκιο – εγώ έχω την εντύπωση πως θα μπορούσε να κάνει κάποιο κακό ακόμα, έστω και μικρό και τιποτένιο.
Την άλλη μέρα συνέχισαν, προχωρώντας στα βόρεια της Μαυροχώματης Χώρας, όπου τώρα κανείς δεν κατοικούσε, παρ’ όλο που ήταν τόπος όμορφος και πράσινος. Ο Σεπτέμβριος έφτασε με χρυσαφένιες μέρες και ασημένιες νύχτες και ταξίδευαν με την ησυχία τους, ώσπου έφτασαν στον Κυκνοπόταμο[10] και βρήκαν το παλιό πέρασμα ανατολικά από τους καταρράκτες, όπου κατέβαινε απότομα κάτω στα χαμηλά. Μακριά στη δύση, όπου ο ορίζοντας θόλωνε, υπήρχαν οι λίμνες και τα νησάκια που ανάμεσά τους περνούσε για να καταλήξει στον Γκριζονέρη. Εκεί κατοικούσαν αμέτρητοι κύκνοι σε μια περιοχή γεμάτη καλαμιές.
Έτσι μπήκαν στην Ερέγκιον και τέλος ξημέρωσε ένα όμορφο πρωινό τρεμογυαλίζοντας πάνω στις λαμπερές ομίχλες· και, κοιτάζοντας από τον καταυλισμό τους σε ένα χαμηλό λόφο, οι ταξιδιώτες είδαν μακριά στην ανατολή τον Ήλιο να πέφτει πάνω σε τρεις κορυφές που ξεπετάγονταν στον ουρανό ψηλά τρυπώντας τα ταξιδιάρικα σύννεφα: Καράντρας, Κελέμπτιλ και Φανουίντολ. Βρίσκονταν κοντά στις Πύλες της Μόρια.
Εδώ τώρα για επτά μέρες καθυστερούσαν, γιατί είχε έρθει η ώρα για άλλον ένα χωρισμό που δεν ήθελαν να κάνουν. Σε λίγο ο Σέλεμπορν και η Γκαλάντριελ μαζί με τους δικούς τους θα πήγαιναν ανατολικά, θα περνούσαν την Πύλη του Κόκκινου Κέρατου, θα κατέβαιναν από τη Σκιοχείμαρρη Σκάλα στον Ασημόφλεβο και θα πήγαιναν στη χώρα τους. Είχαν ταξιδέψει τόσο μακριά από τους δυτικούς δρόμους, γιατί είχαν πολλά να πουν με τον Έλροντ και τον Γκάνταλφ κι εκεί εξακολουθούσαν να μένουν κουβεντιάζοντας με τους φίλους τους. Συχνά, πολλή ώρα αφότου οι χόμπιτ είχαν κουκουλωθεί για ύπνο, κάθονταν μαζί κάτω από τ’ αστέρια και αναθυμόνταν περασμένες εποχές κι όλες τις χαρές και τους μόχθους τους στον κόσμο ή συσκέπτονταν σχετικά με τις μέρες που επρόκειτο να έρθουν. Αν τύχαινε να περάσει κάποιος διαβάτης, θα είχε ακούσει ή δει ελάχιστα και θα του φαινόταν πως είχε μονάχα δει γκρίζες μορφές, σμιλεμένες σε πέτρα, μνημεία λησμονημένων πραγμάτων που ήταν τώρα χαμένα σε ακατοίκητες χώρες. Γιατί δεν έκαναν καμιά κίνηση ούτε μιλούσαν με το στόμα, αλλά έβλεπαν από νου σε νου· και μόνο τα λαμπερά τους μάτια αναδεύονταν και άναβαν καθώς οι σκέψεις τους πήγαιναν πέρα δώθε.
Τέλος, όμως, ειπώθηκαν όλα και χώριζαν ξανά για λίγο, ώσπου να έρθει η ώρα να φύγουν τα Τρία Δαχτυλίδια. Κι έτσι, σβήνοντας γρήγορα ανάμεσα στα βράχια και στις σκιές, τα γκριζοντυμένα ξωτικά του Λόριεν πήραν το δρόμο για τα βουνά· κι όσοι πήγαιναν στο Σκιστό Λαγκάδι έμειναν σ’ ένα λόφο και κοιτούσαν, ώσπου μια λάμψη βγήκε από την ομίχλη που μαζευότανε· και ύστερα δεν είδαν τίποτα πια. Ο Φρόντο κατάλαβε πως η Γκαλάντριελ είχε σηκώσει ψηλά το δαχτυλίδι της σαν αποχαιρετισμό.