»Και τώρα έχουν γίνει ληστές και ζουν έξω και κρύβονται στα δάση πέρα από το Άρτσετ και στις ερημιές πέρα προς τα βορινά. Μοιάζει λιγάκι με τις παλιές κακές μέρες, που λένε τα παραμύθια, λέω εγώ. Δεν υπάρχει ασφάλεια στο δρόμο και κανείς δεν πηγαίνει μακριά κι ο κόσμος κλειδώνει νωρίς. Έχουμε αναγκαστεί να βάλουμε σκοπούς παντού ολόγυρα στο φράχτη και να βάζουμε πολλούς άντρες τις νύχτες στις πύλες.
– Πάντως εμάς κανείς δε μας πείραξε, είπε ο Πίπιν, μόλο που πηγαίναμε αργά και δεν προσέχαμε. Νομίζαμε πως είχαμε αφήσει πίσω μας όλες τις φασαρίες.
– Κι όμως δεν τις αφήσατε, Κύριε, κι είναι μεγάλο κρίμα, είπε ο Βουτυράτος. Δεν είναι ν’ απορείτε όμως που σας άφησαν ήσυχους. Δεν πλησιάζουν οπλισμένο κόσμο με σπαθιά και κράνη κι ασπίδες κι απ’ όλα. Αυτά τους κάνουν να το ξανασκεφτούν, σίγουρα. Και πρέπει κι εγώ να πω πως σάστισα λιγάκι όταν σας είδα.
Τότε οι χόμπιτ κατάλαβαν ξαφνικά ότι ο κόσμος τους κοιτούσε απορημένος όχι τόσο από έκπληξη για το γυρισμό τους, όσο από θαυμασμό για τον εξοπλισμό τους. Αυτοί οι ίδιοι είχαν τόσο εξοικειωθεί με τον πόλεμο και τις μετακινήσεις σε καλά παραταγμένες ίλες, ώστε είχαν εντελώς ξεχάσει ότι οι γυαλιστερές πανοπλίες που ξεμύτιζαν κάτω από τους μανδύες τους και τα κράνη της Γκόντορ και του Μαρκ και οι όμορφοι θυρεοί στις ασπίδες τους θα φαίνονταν παράξενα στη χώρα τους. Και ο Γκάνταλφ, επίσης, ίππευε τώρα το ψηλό γκρίζο του άλογο, ντυμένος κατάλευκα μ’ ένα μεγάλο μανδύα γαλάζιο κι ασημένιο από πάνω και τη μακριά σπάθα τον Γλάμντρινγκ στο πλευρό του. Ο Γκάνταλφ γέλασε.
– Λοιπόν, λοιπόν, είπε, αν φοβούνται μονάχα εμάς τους πέντε, τότε έχουμε συναντήσει χειρότερους εχθρούς στα ταξίδια μας. Οπωσδήποτε όμως θα σ’ αφήσουν ήσυχο τις νύχτες για όσον καιρό μείνουμε.
– Και πόσος θα ’ναι αυτός; είπε ο Βουτυράτος. Δεν μπορώ να πω πως δε θα χαρούμε να σας έχουμε εδώ για λίγο. Βλέπετε, δεν είμαστε συνηθισμένοι σε τέτοιες φασαρίες· και οι Περιφερόμενοι Φύλακες έχουν όλοι φύγει, απ’ ό,τι μου λένε. Δε νομίζω πως είχαμε καταλάβει καλά ως τώρα τι έκαναν για μας. Γιατί υπάρχουν χειρότερα κι από ληστές εδώ γύρω. Λύκοι ούρλιαζαν έξω από τους φράχτες τον περασμένο χειμώνα. Κι έχει κάτι μαύρα όντα στο δάσος, φοβερά, που σου παγώνουν το αίμα ακόμα κι αν τα σκεφτείς. Είναι πολύ ανησυχητικό, αν με καταλαβαίνετε.
– Φαντάζομαι πως θα ’ναι, είπε ο Γκάνταλφ. Σχεδόν όλοι οι τόποι έχουν προβλήματα τούτον τον καιρό, πολλά προβλήματα. Πάντως, μην τα βάφεις μαύρα, Μπιρόχορτε! Βρισκόσαστε στην άκρη άκρη πολύ μεγάλων ανωμαλιών και χαίρομαι που δε βρισκόσαστε πιο βαθιά μπλεγμένοι. Όμως, έρχονται καλύτερες μέρες. Μπορεί και καλύτερες απ’ όλες όσες θυμάσαι. Οι Περιφερόμενοι Φύλακες έχουν γυρίσει. Γυρίσαμε μαζί τους. Και έχουμε πάλι βασιλιά, Μπιρόχορτε. Δε θ’ αργήσει να γυρίσει τη σκέψη του και κατά δω.
»Τότε θ’ ανοίξει πάλι ο Πράσινος Δρόμος και οι αγγελιαφόροι του θα έρθουν στο βοριά και θ’ αρχίσει να πηγαινοέρχεται ο κόσμος και τα κακοποιά στοιχεία θα διωχτούν από τις ερημιές. Και το χάσιμο χρόνου δε θα πάει χαμένο πια και θα ’ρθει κόσμος στα χωράφια, εκεί που κάποτε ήταν ερημιά.
Ο κύριος Βουτυράτος κούνησε το κεφάλι του.
– Αν έχει λίγο καλό και καθώς πρέπει κόσμο στους δρόμους, αυτό δε βλάφτει, είπε. Όμως, δε θέλουμε άλλους τυχάρπαστους και μαχαιροβγάλτες. Και δε θέλουμε ξενομερίτες ούτε στο Μπρι ούτε κοντά σ’ αυτό. Θέλουμε να μας αφήσουν στην ησυχία μας. Εγώ δε θέλω να μαζευτούνε ξένοι εδώ και να εγκατασταθούν άλλοι προσωρινά κι άλλοι μόνιμα και να μας χαλάσουν τις εξοχές μας.
– Θα σας αφήσουν στην ησυχία σας, Μπιρόχορτε, είπε ο Γκάνταλφ. Υπάρχει αρκετός χώρος για να δημιουργηθούν βασίλεια ανάμεσα στον Ίσεν και στον Γκριζονέρη ή σε όλο το μάκρος της νότιας όχθης του Μπράντιγουάιν, χωρίς να μένει ούτε ένας πιο κοντά από πολλών ημερών ταξίδι από το Μπρι. Και πολύς κόσμος ζούσε κάποτε πέρα στο βοριά, εκατό μίλια ή και περισσότερο από δω, στην πέρα άκρη του Πράσινου Δρόμου — στους Βόρειους Κάμπους ή κοντά στη Λίμνη Έβεντιμ.
– Που, εκεί πάνω στο Ανάχωμα των Πεθαμένων; είπε ο Βουτυράτος και τώρα οι αμφιβολίες του μεγάλωναν. Λένε πως είναι στοιχειωμένος τόπος. Μόνο ληστές θα πήγαιναν εκεί.
– Οι Περιφερόμενοι Φύλακες πηγαίνουν εκεί, είπε ο Γκάνταλφ. Το Ανάχωμα των Πεθαμένων, λες. Έτσι το ονομάζουν εδώ και πολλά χρόνια· το σωστό του όνομα όμως, Μπιρόχορτε, είναι Φόρνοστ Ερέν[11], το Νόρμπουρι των Βασιλέων. Και ο Βασιλιάς θα έρθει μια μέρα ξανά εκεί· και τότε θα περάσει από δω πολύς όμορφος κόσμος.