– Δεν έχουμε αλυσιδωτό θώρακα στα μέτρα σου, είπε η Έογουιν, ούτε χρόνο να φτιάξουμε κάτι τέτοιο· αλλά να κι ένα γερό δερμάτινο γιλέκο, μια ζώνη και ένα μαχαίρι. Σπαθί έχεις.
Ο Μέρι υποκλίθηκε και η αρχόντισσα του έδειξε την ασπίδα που ήταν σαν την ασπίδα που είχαν δώσει στον Γκίμλι και πάνω της είχε το σήμα ενός άσπρου αλόγου.
– Πάρε όλα αυτά τα πράγματα, είπε, και καλότυχα να ’ναι. Έχε γεια τώρα, κύριε Μέριαντοκ! Αν και μπορεί να ξανανταμώσουμε, εγώ κι εσύ.
Κι έτσι, μέσα στη σκοτεινιά, που όλο και πύκνωνε, ο Βασιλιάς του Μαρκ ετοιμάστηκε να μπει επικεφαλής όλων των Ιππέων του στον ανατολικό δρόμο. Οι καρδιές ήταν βαριές και πολλοί λιποψυχούσαν στη σκοτεινιά. Αλλά ήταν λαός αυστηρός, πιστοί στον άρχοντά τους και ελάχιστα κλάματα και δυσαρεστημένα μουρμουρητά ακούστηκαν, ακόμα και στον καταυλισμό του Κρησφύγετου, που ήταν εγκαταστημένοι οι εξόριστοι από το Έντορας, γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι. Κακοτυχιά τους πλάκωνε, την αντιμετώπιζαν όμως σιωπηλά.
Πέρασαν δυο γρήγορες ώρες και τώρα ο βασιλιάς βρισκόταν πάνω στο άσπρο του άλογο, που φέγγιζε στο μισόφωτο. Έδειχνε ψηλός και περήφανος, μόλο που τα μαλλιά που ξεχύνονταν μέσα απ’ την ψηλή του περικεφαλαία ήταν σαν το χιόνι· και πολλοί τον θαύμαζαν κι έκαναν καρδιά βλέποντάς τον αλύγιστο και ατρόμητο.
Εκεί τα πλατιά λιβάδια, πλάι απ’ τον πολύβουο ποταμό, συγκεντρώθηκαν σε πολλούς λόχους κάπου πεντέμισι χιλιάδες Καβαλάρηδες πλήρως εξοπλισμένοι και πολλές εκατοντάδες άλλοι άντρες με επιπλέον άλογα ελαφρά φορτωμένα. Αντήχησε μια σάλπιγγα. Ο βασιλιάς σήκωσε το χέρι του και ύστερα σιωπηλά ο στρατός του Μαρκ άρχισε να κινείται. Πρώτοι πρώτοι πήγαιναν δώδεκα παλατιανοί, φημισμένοι ιππείς. Ύστερα ο βασιλιάς ακολουθούσε με τον Έομερ δεξιά του. Είχε αποχαιρετίσει την Έογουιν ψηλά στο Κρησφύγετο και η θύμηση ήταν λυπητερή· τώρα όμως ο νους του στράφηκε στο δρόμο μπροστά τους. Πίσω του πήγαινε ο Μέρι καβάλα στο Στίμπα μαζί με τους αγγελιαφόρους της Γκόντορ και πίσω τους πάλι άλλοι δώδεκα παλατιανοί. Πέρασαν τις μακριές σειρές των αντρών που περίμεναν με αυστηρά και ασυγκίνητα πρόσωπα. Αλλά όταν είχαν φτάσει σχεδόν στο τέλος της σειράς ένας τους ανασήκωσε το κεφάλι και κοίταξε διαπεραστικά το χόμπιτ. Ένας νέος άντρας, σκέφτηκε ο Μέρι καθώς αντιγύρισε τη ματιά, κοντύτερος και πιο λεπτός από τους άλλους. Έπιασε τη γυαλάδα καθάριων γκρίζων ματιών και τότε αναρρίγησε, γιατί ξαφνικά ένιωσε πως ήταν το πρόσωπο κάποιου που, χωρίς ελπίδα, πάει γυρεύοντας το θάνατο.
Συνέχισαν να κατεβαίνουν το δρόμο πλάι στο Χιονόρεμα που κυλούσε πάνω στα βράχια του· πέρασαν τα χωριουδάκια του Άντερχάροου και Άπμπουρν, όπου πολλά λυπημένα γυναικεία πρόσωπα κοίταζαν από σκοτεινά κατώφλιά· κι έτσι χωρίς βούκινα ή όργανα ή μουσική από τις φωνές των αντρών το μεγάλο ταξίδι για την Ανατολή άρχισε, με το οποίο τα τραγούδια του Ρόαν ασχολήθηκαν για πολλές γενιές.
Και στ’ αλήθεια το σκοτάδι πύκνωνε όταν έφτασε ο βασιλιάς στο Έντορας, μόλο που τότε δεν ήταν παρά μεσημέρι ακόμα. Εκεί σταμάτησε μόνο για λίγο και ενίσχυσε το στρατό του με κάπου εξήντα Καβαλάρηδες, που έφτασαν αργοπορημένοι στην επιστράτευση. Τώρα, αφού έφαγε, ετοιμάστηκε να ξεκινήσει πάλι και αποχαιρέτισε καλόγνωμα τον υπασπιστή του. Αλλά ο Μέρι παρακάλεσε για τελευταία φορά να μη χωριστούν.
– Αυτό το ταξίδι δεν είναι για αλογάκια σαν το Στίμπα, όπως σου είπα, είπε ο Θέοντεν. Και σε μια τέτοια μάχη, σαν κι αυτή που λέμε να δώσουμε στα λιβάδια της Γκόντορ, τι θα μπορούσες να κάνεις, κύριε Μέριαντοκ, μόλο που είσαι υπασπιστής, με καρδιά μεγαλύτερη απ’ το μπόι σου;
– Αυτό ποιος μπορεί να το ξέρει; απάντησε ο Μέρι. Αλλά γιατί, άρχοντα, δέχτηκες τις υπηρεσίες του σπαθιού μου, αν δε μείνω στο πλευρό σου; Και δε θα ήθελα να λένε για μένα τα τραγούδια πως με άφηναν πάντα πίσω!