Выбрать главу

Ο Άραγκορν και ο Έομερ και ο Ιμραχίλ γύρισαν πίσω κατά την Πύλη της Πόλεως· και τώρα ήταν πολύ κουρασμένοι είτε για χαρά είτε για λύπη. Αυτοί οι τρεις ήταν ανέγγιχτοι, γιατί τέτοια ήταν η τύχη τους και η δεξιοσύνη και δύναμη των όπλων τους, που λίγοι στ’ αλήθεια τόλμησαν να τους αντιμετωπίσουν ή να τους κοιτάξουν καταπρόσωπο την ώρα της οργής τους. Αλλά πολλοί άλλοι τραυματίστηκαν ή ακρωτηριάστηκαν ή κείτονταν νεκροί στο πεδίο της μάχης. Τα τσεκούρια έκοψαν το Φόρλονγκ εκεί που πολεμούσε μοναχός δίχως άλογο· και ο Ντουίλιν του Μόρθοντ και ο αδελφός του ποδοπατήθηκαν μέχρι θανάτου, όταν επετέθηκαν στους mûmakil, οδηγώντας τους τοξότες τους κοντά για να ρίξουν στα μάτια των θηρίων. Ούτε ο Χιρλούιν ο ωραίος θα ξαναγύριζε στο Πίναθ Γκέλιν, ούτε ο Γκρίμπολντ στο Γκρίμσλέιντ ούτε ο Χάλμπαραντ στις χώρες του Βορρά, ο Περιφερόμενος Φύλακας με το αποφασιστικό χέρι. Δεν είχαν πέσει λίγοι, φημισμένοι ή άσημοι, καπεταναίοι ή στρατιώτες’ γιατί ήταν μεγάλη μάχη και τον απολογισμό της ολόκληρο καμιά ιστορία δεν έχει εξιστορήσει. Έτσι πολύ αργότερα έψαλε ένας τροβαδούρος στο Ρόαν στο τραγούδι του για τους Τύμβους του Μούντμπουργκ:

Για τα βούκινα ακούσαμε π’ αντηχούσαν στους λόφους, τα λαμπρά τα σπαθιά του Νότιου Βασίλειου. Στη Στόνιγκλαντ[2] κάλπαζαν άτια σαν τον άνεμο τον πρωινό. Κι ο πόλεμος άναψε. Εκεί έπεσε ο Μέγας ο Θέοντεν Θένγκλινγκ και δε θα γυρίσει ποτέ στον Βορρά τα λιβάδια, στα χρυσά του παλάτια και στους πράσινους κάμπους ο αρχηγός του στρατού. Ο Χάρντινγκ κι ο Γκούτλαφ, ο Ντανχίρι κι ο Ντεοργουίνι κι ο Γκρίμπολντ ο αντρειωμένος, ο Χερεφάρα κι ο Χέρουμπραντ, κι ο Χορν και ο Φάστρεντ πολέμησαν κι έπεσαν σε χώρα μακριά ― και κείτονται τώρα στου Μούντμπουργκ τους τύμβους με της Γκόντορ τους άρχοντες, τους λαμπρούς τους συμμάχους. Ούτε ο Χιρλούιν ο Ωραίος στους λόφους της θάλασσας πλάι ούτε ο Φόρλονγκ ο γέρος στις λουλουδιασμένες κοιλάδες του Άρναχ δε γύρισαν θριαμβευτές· ούτε οι γενναίοι τοξότες ο Ντουίλιν και ο Ντερούφιν γύρισαν πάλι στις λίμνες του Μόρθοντ, στη σκιά των βουνών. Ο θάνατος το πρωινό και στο τέλος της μέρας άρχοντες πήρε μαζί και λαό, Χρόνους τώρα κοιμούνται στης Γκόντορ το χώμα στο Ποτάμι σιμά το Μεγάλο. Γκρίζο είναι τώρα σαν δάκρυα κι ασημένιο γυαλίζει όμως τότε κυλούσε και βούιζε κόκκινο· στο ηλιοβασίλεμα γυάλιζε βαμμένο στο αίμα. Όμοια με φάρους καίγονταν τα βουνά μες στο δείλι και κόκκινη πάχνη απλωνόταν στο Ράμας Έχορ.

VII

Η ΠΥΡΑ ΤΟΥ ΝΤΕΝΕΘΟΡ

Όταν η σκοτεινή σκιά στην Πύλη αποτραβήχτηκε, ο Γκάνταλφ εξακολούθησε να στέκεται ακίνητος. Ο Πίπιν όμως σηκώθηκε όρθιος, λες και του είχαν πάρει από πάνω του μεγάλο βάρος. Στάθηκε και άκουγε τα βούκινα και του φάνηκε πως θα έσπαζαν την καρδιά του από χαρά. Και ποτέ του στα μετέπειτα χρόνια δεν μπορούσε ν’ ακούσει βούκινο να σαλπίζει δίχως να του έρχονται δάκρυα στα μάτια. Αλλά ξαφνικά τώρα θυμήθηκε την αποστολή του και έτρεξε μπροστά. Εκείνη τη στιγμή ο Γκάνταλφ κουνήθηκε και μίλησε στον Ίσκιο, έτοιμος να περάσει την Πύλη.

– Γκάνταλφ, Γκάνταλφ! φώναξε ο Πίπιν και ο Ίσκιος σταμάτησε.

– Τι γυρεύεις εσύ εδώ; είπε ο Γκάνταλφ. Δεν είναι νόμος στην Πόλη που λέει ότι εκείνοι που φορούν τα μαύρα κι ασημένια πρέπει να μένουν στην Ακρόπολη, εκτός και πάρουν άδεια από τον άρχοντά τους;

– Μου έδωσε, είπε ο Πίπιν. Με έδιωξε. Αλλά εγώ φοβάμαι. Κάτι τρομερό πάει να γίνει εκεί πάνω. Ο Άρχοντας έχασε τα λογικά του, νομίζω. Φοβάμαι πως θα σκοτωθεί και θα σκοτώσει και το Φαραμίρ μαζί. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα;

Ο Γκάνταλφ κοίταξε απ’ την πεσμένη Πύλη και στον κάμπο ακουγόταν κιόλας ο θόρυβος της μάχης που όλο δυνάμωνε. Έσφιξε το χέρι του.

– Πρέπει να πάω. είπε. Ο Μαύρος Καβαλάρης είναι έξω και μπορεί ακόμα να μας φέρει τον όλεθρο. Δεν έχω καιρό.

– Μα ο Φαραμίρ! φώναξε ο Πίπιν. Δεν είναι πεθαμένος και θα τον κάψουν ζωντανό, αν δεν τους σταματήσει κάποιος.

– Θα τον κάψουν ζωντανό; είπε ο Γκάνταλφ. Τι ιστορία είναι αυτή; Κάνε γρήγορα!

– Ο Ντένεθορ έχει πάει στους Τάφους, είπε ο Πίπιν, κι έχει πάρει και το Φαραμίρ και λέει πως θα καούμε όλοι και δεν περιμένει· και πρέπει να του φτιάξουν πυρά και να τον κάψουν πάνω της· και το Φαραμίρ μαζί. Κι έχει στείλει ανθρώπους να πάνε να φέρουν ξύλα και πετρέλαιο. Κι εγώ το είπα στον Μπέρεγκοντ, αλλά φοβάμαι πως δε θα τολμήσει να αφήσει τη θέση του – είναι υπηρεσία. Και τι μπορεί να κάνει αυτός, εδώ που τα λέμε;

Κι έτσι ο Πίπιν διηγήθηκε την ιστορία του κι ύστερα πλησίασε και άγγιξε το γόνατο του Γκάνταλφ με τρεμάμενα χέρια.

вернуться

2

Stoningland = Γκόντορ στη γλώσσα των Ροχίριμ. (Σημ. Μετ.)