– Όχι πρόθυμα, είπε ο Γκίμλι. Γιατί σ’ αυτόν το δρόμο ντροπιάστηκα – εγώ ο Γκίμλι ο γιος του Γκλόιν, που θεωρούσα τον εαυτό μου πιο σκληρό απ’ τους Ανθρώπους και πιο μεγάλης αντοχής μέσα στη γη από κάθε Ξωτικό. Αλλά δεν απέδειξα ούτε το ένα ούτε το άλλο· και κρατήθηκα στο δρόμο από τη θέληση του Άραγκορν μονάχα.
– Κι από αγάπη σ’ αυτόν επίσης, είπε ο Λέγκολας. Γιατί όλοι όσοι τον γνωρίζουν, τον αγαπούν, ο καθένας με τον τρόπο του, ακόμα και η ψυχρή κόρη των Ροχίριμ. Ήταν νωρίς το πρωί της μέρας πριν έρθετε εκεί, Μέρι, που φύγαμε από το Ντάνχάροου και τόσος φόβος είχε κυριέψει τον κόσμο, ώστε κανείς δε βγήκε να μας δει να φεύγουμε, εκτός από την Αρχόντισσα Έογουιν, που τώρα βρίσκεται πληγωμένη στο Σπίτι κάτω. Ήταν χωρισμός όλο λύπη κι εγώ λυπήθηκα πολύ που τον είδα.
– Αλίμονο! Εγώ έκανα καρδιά για τον εαυτό μου μόνο, είπε ο Γκίμλι. Όχι! δε θα μιλήσω για κείνο το ταξίδι.
Σώπασε· αλλά ο Πίπιν και ο Μέρι ήθελαν τόσο πολύ να μάθουν νέα, που στο τέλος ο Λέγκολας είπε:
– Θα σας πω αρκετά για να ικανοποιήσω την περιέργειά σας· γιατί εγώ δεν ένιωσα τον τρόμο και δε φοβήθηκα τις σκιές των Ανθρώπων, αδύναμες και ανίσχυρες όπως τις θεωρούσα.
Ύστερα τους είπε στα γρήγορα για το στοιχειωμένο δρόμο μέσα στα βουνά και τη σκοτεινή συνάντηση στο Έρεχ και το μεγάλο ταξίδι από εκεί ενενήντα λεύγες ως το Πελάργκιρ στον Άντουιν.
– Τέσσερα μερόνυχτα – και πήραμε και πέμπτο – ταξιδεύαμε από το Μαύρο Βράχο, είπε. Και, να! στο σκοτάδι της Μόρντορ οι ελπίδες μου πήραν φτερά· γιατί σ’ εκείνη τη σκοτεινιά ο Λόχος των Ίσκιων φάνηκε να δυναμώνει και να παίρνει ακόμα πιο τρομερή όψη. Είδα άλλους να πηγαίνουν καβάλα κι άλλους πεζούς, όμως όλοι προχωρούσαν με την ίδια μεγάλη ταχύτητα. Ήταν αμίλητοι, όμως τα μάτια τους γυάλιζαν. Στα υψώματα του Λάμεντον πρόφτασαν τα άλογά μας, βγήκαν στο πλάι μας και θα μας προσπερνούσαν, αν δεν τους το απαγόρευε ο Άραγκορν.
»Στο πρόσταγμά του πέρασαν πίσω. «Ακόμα και οι Σκιές των Ανθρώπων υπακούουν στη θέλησή του», σκέφτηκα. «Μπορεί και να του προσφέρουν βοήθεια τελικά!»
»Μια μέρα με φως ταξιδέψαμε και ύστερα έφτασε η μέρα χωρίς χαραυγή κι εμείς συνεχίζαμε να προχωρούμε και περάσαμε τους ποταμούς Κίριλ και Ρίνγκλο· και την τρίτη μέρα φτάσαμε στο Λίνχιρ, πάνω από τις εκβολές του Γκίλρεϊν. Κι εκεί οι άντρες του Λάμεντον υπερασπίζονταν τα περάσματα από τους άγριους ανθρώπους του Ούμπαρ και του Χαράντ, που είχαν ανέβει με τα καράβια τους το ποτάμι. Αλλά υπερασπιστές κι επιτιθέμενοι μαζί παράτησαν τη μάχη και το ’βαλαν στα πόδια όταν φτάσαμε, φωνάζοντας πως ο Βασιλιάς των Νεκρών τους είχε επιτεθεί. Μόνο ο Άνγκμπορ, ο Άρχοντας του Λάμεντον, είχε το κουράγιο να μας αντιμετωπίσει· και ο Άραγκορν του είπε να συγκεντρώσει τους άντρες του και να μας ακολουθήσουν, αν τολμούσαν, όταν ο Γκρίζος Λόχος θα είχε περάσει.
»– Στο Πελάργκιρ ο Κληρονόμος του Ισίλντουρ θα σε χρειαστεί, είπε.
»Έτσι περάσαμε τον Γκίλρεϊν, κατατροπώνοντας τους συμμάχους της Μόρντορ μπροστά μας· και ύστερα ξεκουραστήκαμε για λίγο. Γρήγορα όμως ο Άραγκορν σηκώθηκε, λέγοντας: «Να! η Μίνας Τίριθ δέχεται κιόλας επίθεση. Φοβάμαι πως θα πέσει πριν φτάσουμε να τη βοηθήσουμε». Έτσι καβαλήσαμε πάλι τ’ άλογα, πριν περάσει η νύχτα, και συνεχίσαμε με όση ταχύτητα άντεχαν τ’ άλογά μας, διασχίζοντας τους κάμπους του Λέμπενιν.
Ο Λέγκολας σταμάτησε κι αναστέναξε και γυρίζοντας το βλέμμα του κατά το νοτιά σιγοτραγούδησε:
– Πράσινα είναι εκείνα τα λιβάδια στα τραγούδια του λαού μου· αλλά ήταν σκοτεινά τότε, γκρίζοι ερημότοποι στη μαυρίλα μπροστά μας. Και παντού στους κάμπους, ποδοπατώντας το χορτάρι και τα λουλούδια δίχως να προσέχουμε, καταδιώξαμε τους εχθρούς μας μια μέρα και μια νύχτα, ώσπου τους ξεπαστρέψαμε στο Μεγάλο Ποταμό επιτέλους.
»Τότε νόμισα πως πλησιάσαμε στη Θάλασσα· γιατί ήταν πλατύ το νερό στο σκοτάδι και αμέτρητα θαλασσοπούλια τιτίβιζαν στις ακτές του. Αλίμονο, ο θρήνος των γλάρων! Δε μου είπε η Κυρά να φυλάγομαι απ’ αυτούς; Και τώρα δεν μπορώ να τους ξεχάσω.
— Όσο για μένα, ούτε που τους πρόσεξα, είπε ο Γκίμλι, γιατί τότε πιάσαμε στα σοβαρά τη μάχη. Εκεί στο Πελάργκιρ ήταν αγκυροβολημένος ο κυρίως στόλος του Ούμπαρ, πενήντα μεγάλα καράβια και αμέτρητα μικρότερα σκάφη. Πολλοί από αυτούς που καταδιώκαμε είχαν φτάσει στα λιμάνια πριν από μας και είχαν φέρει και το φόβο τους· και μερικά καράβια είχαν ξεκινήσει, γυρεύοντας να ξεφύγουν κατεβαίνοντας το Ποτάμι ή να φτάσουν στην απέναντι όχθη· και πολλά από τα μικρότερα σκάφη καίγονταν. Αλλά οι Χαράντριμ, στριμωγμένοι τώρα στην άκρη, γύρισαν να μας αντιμετωπίσουν, εξαγριωμένοι στην απελπισία τους– και γελούσαν όταν μας είδαν, γιατί ήταν ακόμα μεγάλος στρατός.