Выбрать главу

Ο Σαμ κοίταζε το Όροντρούιν, το Βουνό της Φωτιάς. Κατά καιρούς τα καμίνια στα βάθη του σταχτή του κώνου πυρακτώνονταν και, φουσκώνοντας παλλόμενα, ξέχυναν ποταμούς μισολιωμένους βράχους από χάσματα στα πλευρά του. Μερικοί κυλούσαν φλεγόμενοι κατά το Μπαράντ-ντουρ ακολουθώντας μεγάλα αυλάκια· και άλλοι κυλούσαν φιδογυρίζοντας κάτω στην πέτρινη κοιλάδα, ώσπου ψύχονταν κι έμεναν σαν συστρεμμένες δρακομορφές που τις είχε ξεράσει η βασανισμένη γη. Σε μια τέτοια στιγμή οδύνης έβλεπε ο Σαμ το Βουνό του Χαμού και το φως του, αποκομμένο από το ψηλό παραπέτασμα των Έφελ Ντούαθ από κείνους που ανέβαιναν το μονοπάτι από τη Δύση, τώρα φώτιζε θυμωμένα τις γυμνές επιφάνειες των βράχων έτσι, ώστε έμοιαζαν λουσμένες στο αίμα.

Σ’ αυτό το φρικαλέο φως ο Σαμ στάθηκε έκπληκτος και κατατρομαγμένος, γιατί τώρα, κοιτάζοντας αριστερά μπορούσε να δει τον Πύργο της Κίριθ Ούνγκολ σε όλη του τη δύναμη. Η μύτη που είχε δει από την άλλη πλευρά ήταν μόνο ο πιο ψηλός του πυργίσκος. Η ανατολική του όψη υψωνόταν κλιμακωτά σε τρία επίπεδα, ξεκινώντας από μια προεξοχή του βουνού κάτω χαμηλά· το πίσω μέρος του ακουμπούσε σ’ έναν τεράστιο απόκρημνο βράχο πίσω, από όπου εξείχε προς τα έξω με μυτερές επάλξεις, τη μία πάνω στην άλλη, που μίκραιναν καθώς ανέβαιναν, με κάθετες πλευρές περίτεχνα φτιαγμένες που έβλεπαν βορειοανατολικά και νοτιοανατολικά. Γύρω από το χαμηλότερο επίπεδο, διακόσια πόδια χαμηλότερα από εκεί που βρισκόταν τώρα ο Σαμ, υπήρχε ένα τείχος με πολεμίστρες που έζωνε μια στενή αυλή. Η πύλη του, στην κοντινή νοτιοανατολική πλευρά, έβγαζε σ’ ένα φαρδύ δρόμο, που το εξωτερικό προστατευτικό του τοιχίο ακολουθούσε το χείλος ενός απότομου γκρεμού, ώσπου έστριβε νότια και κατέβαινε φιδογυρίζοντας στο σκοτάδι για να συναντήσει το δρόμο που ερχόταν από το Πέρασμα Μόργκουλ. Και από εκεί συνέχιζε περνώντας ανάμεσα από ένα οδοντωτό σκίσιμο στο Μοργκάι και έβγαινε στην κοιλάδα του Γκόργκοροθ ως το Μπαράντ-ντουρ μακριά. Το στενό ψηλό πέρασμα όπου στεκόταν ο Σαμ κατέβαινε γρήγορα κάτω από μια σκάλα κι ένα απόκρημνο μονοπάτι, για να συναντήσει τον κυρίως δρόμο κάτω απ’ τα συνοφρυωμένα τείχη κοντά στην Καστρόπορτα.

Καθώς το κοιτούσε ξαφνικά ο Σαμ κατάλαβε και σχεδόν πετάχτηκε, πως τούτο το οχυρό είχε χτιστεί όχι για να κρατάει τους εχθρούς έξω από τη Μόρντορ, αλλά για να τους κρατάει μέσα. Γιατί στην πραγματικότητα ήταν ένα από τα έργα της Γκόντορ πολύ παλιά, ένα ανατολικό προπύργιο στην άμυνα του Ιθίλιεν, κατασκευασμένο όταν, μετά την Τελευταία Συμμαχία, οι Άνθρωποι της Μακρινής Δύσης φρουρούσαν την πονηρή χώρα του Σόρον, όπου ακόμα παραμόνευαν τα πλάσματά του. Αλλά όπως και με τους Νάρκχοστ και Κάρκχοστ[4], τους Πύργους των Δοντιών, έτσι κι εδώ η επαγρύπνηση είχε ελαττωθεί και η προδοσία είχε παραδώσει τον Πύργο στον Άρχοντα των Δαχτυλιδοφαντασμάτων και τώρα, εδώ και πολλά χρόνια, βρισκόταν στην κατοχή πονηρών όντων. Από την επιστροφή του στη Μόρντορ, ο Σόρον τον είχε βρει χρήσιμο· γιατί είχε λίγους υπηρέτες, αλλά πολλούς σκλάβους από φόβο, και ο κυρίως σκοπός του, όπως και παλιά, ήταν να εμποδίζει τη διαφυγή από τη Μόρντορ. Μόλο που, αν κάποιος εχθρός ήταν τόσο απερίσκεπτος ώστε να δοκιμάσει να μπει στη χώρα κρυφά, τότε αυτός ήταν ακόμη ένας τελευταίος ακοίμητος φρουρός στην περίπτωση που κάποιος θα κατάφερνε να ξεγλιστρήσει από την επαγρύπνηση της Μόργκουλ και της Σέλομπ.

Πολύ ξεκάθαρα τώρα ο Σαμ είδε πως δεν υπήρχαν ελπίδες να ξεγλιστρήσει κάτω από εκείνα τα γεμάτα μάτια τείχη και να περάσει την άγρυπνη πύλη. Αλλά ακόμα κι αν τα κατάφερνε, δε θα μπορούσε να πάει μακριά στο φυλαγμένο δρόμο πέρα – γιατί ούτε οι μαύροι ίσκιοι, που απλώνονταν πυκνοί εκεί που δεν έφτανε η κόκκινη φεγγοβολιά, δε θα τον έκρυβαν πολύ από τους νυχτομάτηδες ορκ. Αλλά όσο κι αν ήταν απελπιστικός εκείνος ο δρόμος, η δουλειά του τώρα ήταν πολύ χειρότερη – όχι, δηλαδή, να αποφύγει την πύλη και να ξεφύγει, αλλά να μπει μέσα, ολομόναχος.

Η σκέψη του στράφηκε στο Δαχτυλίδι, αλλά δεν του έφερε παρηγοριά, μόνο τρόμο και κίνδυνο. Δεν είχε καλά καλά προλάβει να δει το Βουνό του Χαμού να φλέγεται πέρα μακριά, όταν ένιωσε μια αλλαγή να επέρχεται στο φορτίο του. Καθώς πλησίαζε στα μεγάλα καμίνια όπου, στα βάθη των καιρών, είχε σφυρηλατηθεί και πάρει σχήμα, η δύναμη του Δαχτυλιδιού αυξήθηκε και έγινε πιο σκληρό κι ανήμερο εκτός και το χρησιμοποιούσε κάποια πανίσχυρη θέληση. Όπως ο Σαμ στεκόταν εκεί, μόλο που δε φορούσε το Δαχτυλίδι, αλλά το είχε κρεμασμένο στην αλυσίδα του γύρω από το λαιμό του, ένιωσε τον εαυτό του να μεγαλώνει, λες και ήταν ντυμένος με μια τεράστια παραμορφωμένη σκιά του εαυτού του, μια θεόρατη δυσοίωνη απειλή που είχε σταθεί στα τείχη της Μόρντορ. Ένιωθε πως από εδώ κι εμπρός είχε τώρα δύο επιλογές: ή να απαρνηθεί το Δαχτυλίδι, μόλο που θα τον βασάνιζε, ή να το πάρει και να προκαλέσει τη Δύναμη που καθόταν στο σκοτεινό της άντρο πέρα απ’ την κοιλάδα των ίσκιων. Το Δαχτυλίδι ήδη τον έβαζε σε πειρασμό, κατατρώγοντας τη θέλησή του και τη λογική του. Αχαλίνωτες φαντασιώσεις ξεπηδούσαν στο μυαλό του· κι. έβλεπε το Σάμγουάιζ τον Ισχυρό, τον Ήρωα του Αιώνα, να δρασκελίζει μ’ ένα φλογερό σπαθί τη σκοτεινιασμένη χώρα και στρατιές ολόκληρες να έρχονται στο κάλεσμά του καθώς προχωρούσε για να πάρει το Μπαράντ-ντουρ. Και ύστερα όλα τα σύννεφα κυλούσαν κι έφευγαν μακριά κι ο άσπρος ήλιος έλαμπε και σε μια διαταγή του η κοιλάδα του Γκόργκοροθ γινόταν ένας κήπος με λουλούδια και δέντρα που καρποφορούσαν. Δεν είχε παρά να βάλει το Δαχτυλίδι και να το διεκδικήσει για τον εαυτό του και όλα αυτά θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν.

вернуться

4

Narchost = Το Δόντι της Φωτιάς, Carchost = Ο Πύργος της Δαγκάνας. (Σημ. Μετ.)