Выбрать главу

– Δεν ξαναπάς, ε; Π’ ανάθεμα σε, Σνάγκα, σιχαμερό σκουλήκι! Αν νομίζεις πως είμαι τόσο σακατεμένος, ώστε να με αγνοείς άφοβα, γελάστηκες. Έλα δω, και θα σε κάνω να σου πεταχτούν τα μάτια έξω, όπως έκανα τώρα δα και στον Ράντμπουγκ. Κι όταν έρθουν οι καινούριοι, θα σε κανονίσω εγώ – στη Σέλομπ θα σε στείλω.

– Δεν πρόκειται να ’ρθουν, πριν πεθάνεις τουλάχιστον, απάντησε ο Σνάγκα σκυθρωπά.

– Σ’ το ’πα δυο φορές πως τα γουρούνια του Γκόρμπαγκ έφτασαν πρώτοι στην πύλη και κανείς απ’ τους δικούς μας δε βγήκε έξω. Ο Λάγκντουφ κι ο Μούσγκας πέρασαν, αλλά τους χτύπησαν με βέλη. Το είδα απ’ το παράθυρο, σου λέω. Κι ήταν οι τελευταίοι.

– Τότε, πρέπει να πας εσύ. Εγώ πρέπει να μείνω εδώ οπωσδήποτε. Είμαι λαβωμένος όμως. Πού να τον πάρουν οι Μαύρες Μίνες εκείνον το βρομορέμπελο τον Γκόρμπαγκ! η φωνή του Σαγκράτ έσβησε με μια σειρά βρισιές και κατάρες. Του ’χα ρίξει περισσότερες απ’ όσες εκείνος, αλλά με μαχαίρωσε, ο κοπρίτης, πριν προλάβω να τον πνίξω. Εσύ θα πας, ειδαλλιώς θα σε φάω. Τα νέα πρέπει να φτάσουν στο Λουγκμπούρτζ, γιατί θα ’μαστε και οι δυο για τις Μαύρες Μίνες. Ναι, κι εσύ μαζί. Δεν τη γλιτώνεις με το να κρύβεσαι εδώ.

– Δεν τις ξανακατεβαίνω εκείνες τις σκάλες – γρύλισε ο Σνάγκα -είτε είσαι αρχηγός είτε όχι. Ποτέ! Και κάτω τα ξερά σου από το μαχαίρι, ειδαλλιώς θα σου τρυπήσω τα σωθικά μ’ ένα βέλος. Δε θα ’σαι Φρούραρχος για πολύ, όταν Εκείνοι μάθουν όλα τούτα δω. Εγώ πολέμησα για τον Πύργο ενάντια σ’ εκείνα τα βρομερά ποντίκια της Μόργκουλ, αλλά εσείς οι δυο σπουδαίοι καπεταναίοι τα κάνατε θάλασσα, που τσακωθήκατε για τα λάφυρα.

– Κόφτο, ούρλιαξε ο Σαγκράτ. Είχα τις διαταγές μου. Ο Γκόρμπαγκ άρχισε, που προσπάθησε να βουτήξει εκείνον τον ωραίο θώρακα.

– Εσύ φταις που τον αγρίεψες, με το ύφος σου το σπουδαίο. Κι αυτός, πάντως, είχε περισσότερο μυαλό από σένα. Σ’ το είπε και σ’ το ξανάπε πως ο πιο επικίνδυνος απ’ αυτούς τους κατάσκοπους ήταν ακόμα ελεύθερος, αλλά εσύ πού να τον ακούσεις. Και δεν ακούς και τώρα. Ο Γκόρμπαγκ είχε δίκιο, σου λέω. Τριγυρίζει ένας μεγάλος πολεμιστής, κανένα απ’ εκείνα τα αιματοβαμμένα Ξωτικά ή κανείς απ’ αυτούς τους βρομερούς tark[5]. Έρχεται εδώ, σου λέω. Το κουδούνι το άκουσες. Πέρασε τους Φρουρούς κι αυτή είναι δουλειά tark. Είναι στις σκάλες. Κι ώσπου να φύγει από κει πέρα, εγώ δεν κατεβαίνω. Και Νάζγκουλ να ’σουνα, εγώ δε θα πήγαινα.

– Ώστε, έτσι, ε! ούρλιαξε ο Σαγκράτ. Τούτο το κάνεις κι εκείνο δεν το κάνεις. Κι όταν θά ’ρθει, θα το στρίψεις και θα μ’ αφήσεις; Αμ’ δε θα το κάνεις! Θα σε γεμίσω κόκκινες σκουληκότρυπες πρώτα.

Από την πόρτα του πυργίσκου βγήκε ο μικρότερος ορκ τρέχοντας. Πίσω του ακολούθησε ο Σαγκράτ, ένας μεγαλόσωμος ορκ με μακριά χέρια, που, όπως έτρεχε σκυφτός, έφταναν ως κάτω. Το ένα όμως χέρι κρεμόταν άτονο κι έμοιαζε να αιμορραγεί, το άλλο κρατούσε αγκαλιά ένα μεγάλο μαύρο μπόγο. Στο κόκκινο φως ο Σαμ, μαζεμένος πίσω από την πόρτα της σκάλας, είδε μια ματιά το μοχθηρό του πρόσωπο καθώς πέρασε – ήταν γεμάτο γρατσουνιές από νύχια κοφτερά και πασαλειμμένο αίματα· σάλια έτρεχαν από τα πεταχτά του δόντια· από το στόμα του έβγαιναν γρυλίσματα σαν ζώου.

Απ’ όσο μπορούσε να δει ο Σαμ, ο Σαγκράτ κυνηγούσε το Σνάγκα τριγύρω στον εξώστη, ώσπου, σκύβοντας και ξεφεύγοντας, ο μικρότερος ορκ μ’ ένα ουρλιαχτό ξαναμπήκε στον πυργίσκο κι εξαφανίστηκε. Τότε ο Σαγκράτ σταμάτησε. Από την ανατολική πόρτα ο Σαμ μπορούσε τώρα να τον δει στο στηθαίο, ν’ ανοιγοκλείνει, λαχανιασμένος, αδύναμα το αριστερό του χέρι. Έβαλε τον μπόγο καταγής και με το δεξί του χέρι έβγαλε ένα μακρύ κόκκινο μαχαίρι κι έφτυσε πάνω του. Πλησίασε το στηθαίο κι έγειρε, κοιτάζοντας στην εξωτερική αυλή πέρα κάτω. Φώναξε δυο φορές, αλλά δεν πήρε απάντηση.

Ξαφνικά, την ώρα που ο Σαγκράτ έσκυβε πάνω απ’ τις επάλξεις, με την πλάτη γυρισμένη στην ταράτσα, ο Σαμ είδε κατάπληκτος πως ένα από τα ξαπλωμένα κορμιά κουνιόταν. Σερνόταν. Άπλωσε το ένα γαμψό χέρι κι άρπαξε τον μπόγο. Σηκώθηκε παραπατώντας. Στο άλλο χέρι του κρατούσε ένα ακόντιο με πλατιά αιχμή και κοντή σπασμένη λαβή. Ήταν έτοιμο να καρφώσει. Αλλά τη στιγμή εκείνη ακριβώς, ένα σφύριγμα ξέφυγε απ’ τα δόντια του, μια κοφτή ανάσα πόνου ή μίσους. Γρήγορος σαν το φίδι ο Σαγκράτ ξεγλίστρησε στο πλάι, έστριψε κι έμπηξε το μαχαίρι στο λαιμό του εχθρού του.

– Σε έφαγα, Γκόρμπαγκ! ξεφώνισε. Δεν ήσουν τελείως πεθαμένος, ε; Λοιπόν, θ’ αποτελειώσω τη δουλειά μου τώρα.

вернуться

5

Tark – άνθρωπος της Γκόντορ· καταγόμενος από τους Νουμενόριαν. (Σημ. Μετ.)