«Τραυματίστηκες, Λόιαλ; Η Μουαραίν θα μπορούσε να σε Θεραπεύσει. Σίγουρα θα το κάνει».
«Α, μπορώ και κυκλοφορώ χωρίς πρόβλημα. Εξάλλου, υπάρχουν πολλοί που χρειάζονται στ' αλήθεια τη βοήθειά της. Δεν θα ήθελα να την ενοχλήσω. Δεν με εμποδίζει στη δουλειά». Ο Λόιαλ κοίταξε το τραπέζι, όπου ένα μεγάλο βιβλίο με υφασμάτινο κάλυμμα —μεγάλο για τον Πέριν, αλλά θα χωρούσε στις τσέπες του σακακιού του Ογκιρανού― ήταν ανοιχτό πλάι σε ένα μελανοδοχείο που είχε το καπάκι από φελλό κατεβασμένο. «Ελπίζω να τα σημείωσα όλα σωστά. Δεν είδα πολλά χθες το βράδυ, παρά μόνο προς το τέλος».
«Ο Λόιαλ», είπε η Φάιλε καθώς σηκωνόταν από πίσω από κάτι λουλούδια με ένα βιβλίο στα χέρια, «είναι ήρωας».
Ο Πέριν τινάχτηκε· τα λουλούδια είχαν κρύψει τελείως την οσμή της. Ο Λόιαλ της έκανε νοήματα να σωπάσει, ενώ τα αφτιά του σπαρταρούσαν από την αμηχανία. Ανέμισε τις χερούκλες του, όμως αυτή συνέχισε, με τη φωνή ψύχραιμη αλλά το βλέμμα να καίει το πρόσωπο του Πέριν.
«Μάζεψε όσα περισσότερα παιδιά μπορούσε —και κάποιες από τις μητέρες τους― σε μια μεγάλη αίθουσα και υπεράσπισε μόνος του την πόρτα από Τρόλοκ και Μυρντράαλ σ' ολόκληρη τη μάχη. Τα λουλούδια είναι από τις γυναίκες της Πέτρας, για να τιμήσουν το αταλάντευτο κουράγιο του και την αφοσίωση του». Έκανε τις λέξεις «αταλάντευτο» και «αφοσίωση» να ηχήσουν σαν καμτσικιές.
Ο Πέριν κατόρθωσε να μη μορφάσει, μετά βίας όμως. Αυτό που είχε κάνει ήταν σωστό, αλλά δεν περίμενε ότι η Φάιλε θα το καταλάβαινε. Έστω κι αν ήξερε το λόγο, δεν θα το καταλάβαινε. Έπρεπε να γίνει. Έπρεπε. Μακάρι να ένιωθε μέσα του καλύτερα για το όλο θέμα. Δεν ήταν σωστό να έχει δίκιο και από πάνω να νιώθει ότι είχε άδικο.
«Δεν ήταν τίποτα». Τα αφτιά του Λόιαλ τινάζονταν τρελά. «Απλώς τα παιδιά δεν μπορούσαν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Αυτό είναι όλο. Δεν είμαι ήρωας. Όχι».
«Ανοησίες». Η Φάιλε σημάδεψε τη σελίδα στο βιβλίο με το δάχτυλό της και πλησίασε τον Ογκιρανό. Δεν τον έφτανε ούτε ως το στέρνο. «Δεν υπάρχει γυναίκα στην Πέτρα που δεν θα σε παντρευόταν αν ήσουν άνθρωπος, αν και μερικές θα το έκαναν ούτως ή άλλως. Λόιαλ, καλά σε ονόμασαν έτσι[1], επειδή η φύση σου είναι η αφοσίωση. Κάτι που αγαπούν όλες οι γυναίκες».
Τα αφτιά του Ογκιρανού πάγωσαν από την κατάπληξη και ο Πέριν χαμογέλασε πλατιά. Προφανώς η Φάιλε είχε περάσει όλο το πρωί καλοπιάνοντας τον Λόιαλ για να την πάρει μαζί του, παρά την επιθυμία του Πέριν, αλλά τώρα τα είχε κάνει θάλασσα. «Κανένα νέο από τη μητέρα σου, Λόιαλ;» ρώτησε ο Πέριν.
«Όχι». Ο Λόιαλ κατάφερε να δείχνει συνάμα ανακουφισμένος και ανήσυχος. «Μα είδα τον Λάεφαρ στην πόλη χθες. Ξαφνιάστηκε που με είδε, όσο κι εγώ· δεν είμαστε συνηθισμένο θέαμα στο Δάκρυ. Ήρθε από το Στέντιγκ Σανγκτάι για να διαπραγματευθεί κάτι επισκευές σε κάποιες κατασκευές των Ογκιρανών σε ένα παλάτι. Δεν αμφιβάλω ότι οι πρώτες λέξεις που θα βγουν από το στόμα του, όταν επιστρέψει στο στέντιγκ, θα είναι “Ο Λόιαλ είναι στο Δάκρυ”».
«Αυτό είναι ανησυχητικό», είπε ο Πέριν και ο Λόιαλ ένευσε αποθαρρυμένος.
«Ο Λάεφαρ λέει ότι οι Πρεσβύτεροι με κήρυξαν φυγάδα και η μητέρα μου υποσχέθηκε να με παντρέψει και να με νοικοκυρέψει. Ήδη διάλεξε κάποια. Ο Λάεφαρ δεν ξέρει ποια. Τουλάχιστον έτσι λέει. Νομίζει ότι αυτά τα πράγματα είναι αστεία. Αυτή που διάλεξε η μητέρα μου μπορεί μέσα σ' ένα μήνα να έχει φτάσει εδώ».
Το πρόσωπο της Φάιλε έδειχνε τόση σαστισμάρα, που ο Πέριν παραλίγο να χαμογελάσει πάλι πλατιά. Νόμιζε ότι ήξερε πιο πολλά από τον Πέριν για τον κόσμο —η αλήθεια, βέβαια, ήταν ότι ήξερε― αλλά δεν ήξερε τον Λόιαλ. Το Στέντιγκ Σανγκτάι ήταν η πατρίδα του Λόιαλ, στη Ραχοκοκαλιά του Κόσμου, και εφόσον μόλις είχε κεράσει τα ενενήντα, δεν ήταν αρκετά μεγάλος για να έχει φύγει μόνος του. Οι Ογκιρανοί ζούσαν πολύ καιρό· με τα δικά τους κριτήρια, ο Λόιαλ δεν ξεπερνούσε σε ηλικία τον Πέριν, μπορεί να ήταν και μικρότερος. Ο Λόιαλ, όμως, το είχε πάρει απόφαση να δει τον κόσμο και ο μεγαλύτερος φόβος του ήταν ότι η μητέρα του θα τον έβρισκε και θα τον έσερνε πίσω, στο στέντιγκ, για να παντρευτεί και να μην ξαναφύγει ποτέ.
Ενώ η Φάιλε προσπαθούσε να καταλάβει τι γινόταν, ο Πέριν έσπασε τη σιωπή που είχε πέσει. «Θέλω να γυρίσω στους Δύο Ποταμούς, Λόιαλ. Εκεί δεν θα σε βρει η μητέρα σου».
«Ναι. Αυτό είναι αλήθεια». Ο Ογκιρανός σήκωσε αμήχανα τους ώμους. «Μα το βιβλίο μου. Η ιστορία του Ραντ. Και η δική σου και του Ματ. Έχω ήδη κρατήσει πολλές σημειώσεις, αλλά...» Προχώρησε γύρω από το τραπέζι, κοιτάζοντας το ανοιχτό βιβλίο με τις σελίδες που ήταν γεμάτες με τα κομψά γράμματά του. «Θα είμαι εκείνος που θα γράψει την αληθινή ιστορία του Αναγεννημένου Δράκοντα, Πέριν. Το μόνο βιβλίο γραμμένο από κάποιον που όντως θα έχει ταξιδέψει μαζί του, που θα τα έχει δει να εκτυλίσσονται όλα. Ο Αναγεννημένος Δράκοντας τον Λόιαλ, γιου του Άρεντ, του γιου του Χάλαν, από το Στέντιγκ Σανγκτάι». Συνοφρυωμένος, έσκυψε πάνω από το βιβλίο και βούτηξε την πένα στο μελανοδοχείο. «Δεν είναι σωστό αυτό. Ορθότερα θα ήταν —»