Выбрать главу

Στη σκηνή επικράτησε σιωπή και ο μόνος ήχος ήταν το τσιτσίρισμα του νερού, όταν η Αβιέντα έριχνε κι άλλο στις καυτές πέτρες. Οι Σοφές κάθονταν με τα χέρια στα γόνατα, ανασαίνοντας βαθιά. Ήταν ευχάριστο, χαλαρωτικό, αυτή η υγρή ζέστη, η γλιστερή, καθαρτική αίσθηση του ιδρώτα στο δέρμα. Η Εγκουέν σκέφτηκε ότι δεν πείραζε να χάσει λίγο ύπνο.

Η Μουαραίν, όμως, δεν φαινόταν να χαλαρώνει. Κοίταζε την αχνιστή κατσαρόλα σαν να έβλεπε κάτι άλλο, μακρινό.

«Ήταν άσχημα;» είπε μαλακά η Εγκουέν, για να μην ενοχλήσει τις Σοφές. «Θέλω να πω, στο Ρουίντιαν». Η Αβιέντα σήκωσε γοργά το κεφάλι, αλλά δεν είπε τίποτα.

«Οι αναμνήσεις ξεθωριάζουν», είπε η Μουαραίν εξίσου χαμηλόφωνα. Δεν πήρε το βλέμμα από το μακρινό όραμά της και είχε τέτοια παγωνιά η φωνή της, που σχεδόν ρουφούσε τη ζέστη από τον αέρα. «Οι περισσότερες έχουν ήδη χαθεί. Κάποιες τις ήξερα από πριν. Άλλες... Ο Τροχός υφαίνει όπως ο Τροχός το θέλει και είμαστε μόνο ένα νήμα στο Σχήμα. Αφιέρωσα τη ζωή μου για να βρω τον Αναγεννημένο Δράκοντα, για να βρω τον Ραντ, και να τον βοηθήσω να αντιμετωπίσει την Τελευταία Μάχη. Θα φροντίσω να γίνει αυτό πάση θυσία. Τίποτα και κανένας δεν μπορεί να είναι σημαντικότερος».

Ανατριχιάζοντας, παρά τον ιδρώτα της, η Εγκουέν έκλεισε τα μάτια. Η Άες Σεντάι δεν ήθελε παρηγοριά. Δεν ήταν γυναίκα, ήταν ένα κομμάτι πάγος. Η Εγκουέν ησύχασε και προσπάθησε να ξαναβρεί εκείνη την ευχάριστη αίσθηση. Υποψιαζόταν ότι λίγες και σπάνιες φορές θα την ξανάβρισκε.

36

Λαθεμένες Κατευθύνσεις

Οι Αελίτες άφησαν το στρατόπεδό τους νωρίς και είχαν απομακρυνθεί από το Ρουίντιαν, ενώ ο ήλιος, που δεν είχε πάρει ακόμα να ψηλώνει, αναδείκνυε τις κοφτερές σιλουέτες των βουνών. Σχημάτισαν τρεις ομάδες και έκαναν το γύρο του Τσήνταρ, κατεβαίνοντας σε τραχιά ισιώματα, που τα διέκοπταν λόφοι, ψηλοί, μυτεροί βράχοι και μπιούτ[2], με γκρίζα και καφέ χρώματα και όλες τις ενδιάμεσες αποχρώσεις, που μερικά είχαν μακριές, στροβιλιζόμενες, κόκκινες και καφεκίτρινες πινελιές. Αραιά και πού, μια μεγάλη, φυσική αψίδα πρόβαλε στο δρόμο τους καθώς προχωρούσαν βορειοδυτικά, ή παράξενες, πελώριες βραχώδεις φέτες, που ισορροπούσαν με απίστευτο τρόπο στα αιώνια πρόθυρα της πτώσης. Όπου κι αν κοίταζε ο Ραντ, έβλεπε ανώμαλα, κοφτερά βουνά να ορθώνονται στον ορίζοντα. Όλα τα συντρίμμια από το Τσάκισμα του Κόσμου έμοιαζαν να έχουν μαζευτεί εδώ, σ' αυτό το μέρος, που λεγόταν Ερημιά του Άελ. Το σκληρό έδαφος αλλού ήταν από σκασμένο πηλό, με κίτρινα, καφέ ή ανάμικτα χρώματα, αλλού ήταν βραχώδες και γυμνό, και παντού έχασκαν ξεροπόταμοι και λακκούβες. Η βλάστηση ήταν αραιή και χαμηλή, συνήθως βάτες και άφυλλα, αγκαθωτά φυτά· τα λιγοστά λουλουδάκια, λευκά, κόκκινα ή κίτρινα, ξάφνιαζαν στην απομόνωσή τους. Πού και πού, εκτάσεις από σκληρό χορτάρι κάλυπταν το έδαφος και σπανίως υπήρχε κάποιο ραχιτικό δέντρο, που συνήθως είχε αγκάθια. Εντούτοις, σε σύγκριση με το Τσήνταρ και την κοιλάδα του Ρουίντιαν, έμοιαζε με ζούγκλα. Ο αέρας ήταν τόσο καθαρός και η γη τόσο ξερή, που του Ραντ του φαινόταν ότι το βλέμμα του έφτανε μίλια μπροστά.

Ο αέρας, όμως, δεν ήταν λιγότερο στεγνός και η κάψα δεν ήταν λιγότερο αδυσώπητη, καθώς ο ήλιος ήταν μια γροθιά από λιωμένο χρυσάφι στον ασυννέφιαστο ουρανό. Ο Ραντ είχε τυλίξει το σούφα γύρω από το κεφάλι του, για τον ήλιο, και έπινε συχνά από το ασκί στη σέλα του Τζήντ'εν. Το παράξενο ήταν που φαινόταν να νιώθει καλύτερα με το σακάκι· δεν ίδρωνε λιγότερο, αλλά το πουκάμισό του έμενε μουσκεμένο κάτω από το κόκκινο, μάλλινο ύφασμα και τον δρόσιζε κάπως. Ο Ματ, με μια λωρίδα ύφασμα είχε δέσει ένα μεγάλο, άσπρο μαντίλι στο κεφάλι του, σαν παράξενο καπέλο που του κρεμόταν ως το σβέρκο, και όλο σκίαζε τα μάτια από την αντηλιά. Κρατούσε το σπαθοδόρυ με το σημάδι του κορακιού σαν λόγχη, με την άκρη στον αναβολέα.

Την ομάδα την αποτελούσαν περίπου τετρακόσιοι Τζίντο· ο Ραντ και ο Ματ ήταν μπροστά, πλάι στον Ρούαρκ και τον Χάιρν. Οι Αελίτες προχωρούσαν πεζοί, φυσικά, με τις σκηνές και μερικά λάφυρα από το Δάκρυ φορτωμένα σε μουλάρια και άλογα. Μερικές Κόρες των Τζίντο είχαν απλωθεί μπροστά ως ανιχνευτές, τα Σκυλιά της Πέτρας ακολουθούσαν ως οπισθοφυλακή, ενώ στην κεντρική φάλαγγα υπήρχαν άγρυπνα μάτια, έτοιμα δόρατα και τόξα με το βέλος στη χορδή. Θεωρητικά, η Ειρήνη του Ρουίντιαν ίσχυε ώσπου να επιστρέψουν στα φρούριά τους αυτοί που είχαν πάει στο Τσήνταρ, όμως, όπως εξήγησε ο Ρούαρκ στον Ραντ, συνέβαιναν και λάθη, και με το συγνώμη και την εκδίκηση δεν ξανάφερνες τους νεκρούς από τον τάφο. Ο Ρούαρκ έμοιαζε να πιστεύει ότι ένα λάθος αυτή τη φορά ήταν παραπάνω από πιθανό, εν μέρει τουλάχιστον εξαιτίας της ομάδας των Σάιντο.

вернуться

2

Μπιούτ, butte. Λόφοι με χαρακτηριστικό σχήμα, συνήθως μεμονωμένοι, με απόκρημνες πλαγιές και επίπεδη κορυφή (ΣτΜ).