«Πού είναι η Κιρούνα κι η Βέριν;» ρώτησε απαιτητικά ο Ραντ. «Σας κάλεσα όλες».
«Πράγματι, Άρχοντα Δράκοντα», αποκρίθηκε ήρεμα η Μπέρα, κάνοντας άλλη μια υπόκλιση. Τυπική μεν, αλλά τον ξάφνιασε. «Δεν κατορθώσαμε να βρούμε τη Βέριν. Πρέπει να βρίσκεται κάπου στις σκηνές των Αελιτών, ανακρίνοντας τις...» Ο μαλακός τόνος της φωνής της κλονίστηκε για λίγο, «...τις κρατούμενες, νομίζω, σε μια προσπάθεια να μάθει τι σκόπευαν να κάνουν, άπαξ κι έφθαναν στην Ταρ Βάλον». Άπαξ κι έφθανε στην Ταρ Βάλον· η γυναίκα γνώριζε αρκετά, ώστε να μην ξεστομίσει κάτι που οποιοσδήποτε μπορούσε να ακούσει. «Η Κιρούνα... συσκέπτεται με τη Σορίλεα για θέματα πρωτοκόλλου. Είμαι σίγουρη, όμως, πως θα χαρεί πολύ να έρθει μαζί μας, αν στείλεις προσωπική πρόσκληση στη Σορίλεα. Θα μπορούσα να πάω εγώ να την ειδοποιήσω, αν...»
Ο Ραντ την έκοψε με μια κίνηση του χεριού του. Πέντε ήταν αρκετές. Ίσως η Βέριν να μάθαινε κάτι. Ο ίδιος, άραγε, ήθελε όντως να ξέρει; Κι η Κιρούνα; Θέματα πρωτοκόλλου; «Χαίρομαι που τα καταφέρατε με τις Σοφές». Η Μπέρα πήγε να πει κάτι, αλλά το μετάνιωσε κι έκλεισε το στόμα της ερμητικά. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που έλεγε η Αλάνα στη Μιν, την είχε κάνει να κοκκινίσει και να ανασηκώσει το πηγούνι της, αν και παραδόξως της απαντούσε αρκετά ήρεμα. Ο Ραντ αναρωτήθηκε αν θα του μιλούσε σχετικά, αργότερα. Ένα πράγμα για το οποίο ήταν σίγουρος, όσον αφορούσε στις γυναίκες, ήταν πως όλο και κάτι έκρυβαν βαθιά στην καρδιά τους που, ναι μεν μπορούσαν να το μοιραστούν με άλλες γυναίκες αλλά ποτέ με έναν άντρα. Ήταν το μόνο πράγμα για το οποίο ήταν σίγουρος.
«Δεν θα μείνω όλη τη μέρα εδώ», είπε κάπως εκνευρισμένος. Οι Άες Σεντάι ήταν παραταγμένες, με την Μπέρα επικεφαλής και τις υπόλοιπες μισό βήμα πίσω. Αν δεν ήταν αυτή, στη θέση της θα είχε έρθει η Κιρούνα. Αυτές τα κανόνιζαν, όχι ο ίδιος. Δεν τον ένοιαζε και πολύ από τη στιγμή που τηρούσαν τους όρκους τους, και θα μπορούσε να μη δώσει καμιά σημασία, αν δεν συμμετείχαν η Μιν με την Αλάνα. «Από δω και πέρα, η Μεράνα θα μιλάει εκ μέρους σου. Θα παίρνεις διαταγές από αυτήν».
Βλέποντας κανείς τα έξαφνα γουρλωμένα μάτια, θα πίστευε πως ο Ραντ είχε χαστουκίσει καθεμία ξεχωριστά, συμπεριλαμβανομένης τής Μεράνα. Ακόμα κι η Αλάνα στράφηκε να τον κοιτάξει. Γιατί ξαφνιάζονταν; Η αλήθεια ήταν πως η Μπέρα με την Κιρούνα είχαν αναλάβει σχεδόν όλες τις συνομιλίες από τα Πηγάδια του Ντουμάι κι ύστερα, αλλά η Μεράνα ήταν αυτή που είχε σταλεί ως πρέσβειρα στο Κάεμλυν.
«Είσαι έτοιμη, Μιν;» ρώτησε και, δίχως να περιμένει απάντηση, δρασκέλισε την αυλή. Του είχαν φέρει το μεγάλο μαύρο μουνούχι με τα φλογερά μάτια, το οποίο είχε ιππεύσει όταν ερχόταν από τα Πηγάδια του Ντουμάι· η σέλα με την ψηλή ράχη ήταν δουλεμένη με χρυσάφι, και το πορφυρό σάγισμα[1] είχε κεντημένο τον ασπρόμαυρο δίσκο σε κάθε του γωνία. Ο διάκοσμος ταίριαζε με το ζώο και το όνομά του. Ταϊ'ντάισαρ· στην Παλιά Γλώσσα, Άρχοντας της Δόξας. Τόσο το άλογο, όσο κι ο διάκοσμος, ταίριαζαν απολύτως στον Αναγεννημένο Δράκοντα.