Παρά το σεβασμό του για τον Ρέναρντ, ο Χούμα σφίχτηκε από την προσβολή. «Ο Μάτζιους δεν είναι τέτοιος. Μαζί μεγαλώσαμε. Δε θα πρόδιδε αυτά που πιστεύει.»
Ο Ρέναρντ κούνησε το κεφάλι θλιμμένα. «Δε θα καταλάβεις παρά όταν θα είναι αργά.» Κατόπιν, σαν να είχαν ειπωθεί όλα όσα ήταν να ειπωθούν, ο Ρέναρντ άλλαξε θέμα. «Έλα. Καλύτερα να γυρίσουμε στο στρατόπεδο. Νομίζω ότι ο Άρχοντας Όσγουολ πρέπει να μάθει τα νέα.»
Ο χλομός πολεμιστής επέστρεψε το σπαθί στον Χούμα. Χωρίς να περιμένει για να δει αν τον ακολουθούσε, ο Ρέναρντ άρχισε να προχωρεί. Ο Χούμα έτρεξε να τον προλάβει, διερωτώμενος τι θα έλεγε στην αναφορά του ο άλλος και τι θα έλεγε κι ο ίδιος, γνωρίζοντας ότι ένας από τους ακροατές του θα ήξερε πως έλεγε ψέματα.
Τι απαιτούσαν το Μέτρο και Όρκος;
Κεφαλαίο 7
Υπήρχε κάποτε ένας εκπαιδευτής, ο Γκάριγκ, που πίστευε ότι ο νεαρός ακόλουθος Χούμα θα αποτύγχανε στην προετοιμασία του για την Ιπποσύνη. Ο Γκάριγκ ήταν ένας κτηνάνθρωπος που έμοιαζε περισσότερο με αρκούδα στο πρόσωπο και στο κορμί. Μερικοί αμφέβαλλαν ακόμα και για το αν ήταν ιππότης, έτσι κτηνώδης που ήταν. Στην πραγματικότητα ο Γκάριγκ είχε σκοπό να εξαντλήσει τον Χούμα μέσα σε ένα μήνα.
Ο Χούμα είχε παραμείνει όμως. Είχε μείνει, είχε μάθει και είχε διακριθεί, κι ας τον τρόμαζε τόσο ο Γκάριγκ. Ο Άρχοντας Όσγουολ, ο Υψηλός Πολεμιστής, τον είχε ενθαρρύνει. Όπως ο Ρέναρντ, έτσι και ο Όσγουολ είχε δει στον Χούμα κάτι που ήταν αποφασισμένος να καλλιεργήσει, παρά την αμφίβολη καταγωγή του αγοριού. Τελικά ο ακόλουθος ύψωσε το ανάστημά του στον τρομερό εκπαιδευτή και τον νίκησε καθαρά σε κάτι που μόνο επιπόλαια μπορούσε να θεωρηθεί «ψεύτικη μονομαχία». Ήταν μια νίκη τόσο ενάντια στο φόβο όσο και ενάντια στον Γκάριγκ.
Εκείνη τη στιγμή ο Χούμα ένιωθε ξανά φόβο μπροστά στην παρουσία του ανθρώπου που τον είχε βοηθήσει να ξεπεράσει τον προηγούμενο σκόπελο.
Ο Υψηλός Πολεμιστής ήταν ντυμένος και πανέτοιμος. Ο Χούμα απορούσε –όπως και πολλοί άλλοι– που ο ηλικιωμένος ιππότης δεν ξεκουραζόταν ποτέ. Ο διοικητής της εκστρατείας καθόταν σε ένα απλό, ξύλινο σκαμνί που βρισκόταν σε έντονη αντίθεση με την πλουμιστή ενδυμασία του. Η περικεφαλαία του ήταν ακουμπισμένη στο τραπέζι, πλάι του, όπου βρίσκονταν σκόρπιοι πάνω από μια ντουζίνα χάρτες. Ο Χούμα ένιωσε λες και η περικεφαλαία η ίδια τον κοίταζε εξεταστικά.
Στο δωμάτιο βρίσκονταν μόνο άλλοι δυο ιππότες. Ο πρώτος ήταν ένας κοντός, στρογγυλός, άντρας που η ίδια του η εμφάνιση ακτινοβολούσε δύναμη και εξυπνάδα. Λιγοστές τρίχες κάλυπταν το κεφάλι του, εκτός από ένα μουσάκι και μερικές τούφες στο πίσω μέρος. Ο Άρακ Χόκαϊ[1] δε διέθετε μεγάλη αίσθηση του χιούμορ. Το όνομά του οφειλόταν στην εξαιρετική ικανότητά του να στοχεύει με το τόξο. Τον ήξεραν ακόμα και οι νομαδικές φυλές των βορείων περιοχών. Τους ξεπερνούσε όλους στο άλογο και το τόξο. Είχε βάλει ως προσωπικό του στόχο να διδάξει μια ομάδα ιπποτών να ιππεύουν και να τοξεύουν σαν τους νομάδες των πεδιάδων. Φορούσε τα εμβλήματα του Τάγματος του Στέμματος, το οποίο διοικούσε κατά την εκστρατεία.
Ανάμεσά τους, και δίνοντας ελάχιστη σημασία στο νεαρό ιππότη, στεκόταν ο Μπένετ, γιος του Μεγάλου Μάγιστρου, ανιψιός του Υψηλού Πολεμιστή και αντιπρόσωπος του Τάγματος του Ξίφους. Η παρουσία του Μπένετ ήταν αυτή που παρέλυε περισσότερο τον Χούμα. Η προσωποποίηση της Ιπποσύνης, ο Μπένετ ήξερε απέξω λέξη προς λέξη όλους τους εσωτερικούς κανονισμούς που είχε θεσπίσει ο Βίνους Σολάμνους πριν από τόσο καιρό. Ζούσε τηρώντας τους απολύτως – και αυτός ήταν ο λόγος που ο Χούμα είχε μπορέσει να μείνει μέχρι εκείνη τη στιγμή στο τάγμα. Παρά την επιρροή του, ο Μπένετ δε θα έκανε τίποτα αντίθετο προς τον Όρκο και το Μέτρο. Όταν οι κατηγορίες σχετικά με τους προγόνους του Χούμα απέτυχαν να τον αποβάλουν, ο Μπένετ δε στράφηκε σε πιο απεχθή μέτρα – όπως θα έκαναν μερικοί, αν και ιππότες. Αντί γι’ αυτό, ο γιος του Μεγάλου Μάγιστρου του φερόταν σαν να ήταν αναγκαίο κακό, αγνοώντας τον όσο μπορούσε. Εξαιτίας της επιρροής του Μπένετ, ο Χούμα δυσκολευόταν πολύ ν’ αποκτήσει φίλους όσο περνούσε ο καιρός. Ο Μπένετ έμοιαζε πολύ στην εμφάνιση με τον πατέρα και το θείο του, αλλά περισσότερο με τον πρώτο. Όσοι είχαν γνωρίσει τον Άρχοντα Τρέικ στα νιάτα του ορκίζονταν ότι δεν υπήρχε καμία διαφορά ανάμεσα στο γονιό και στο βλαστάρι του. Ο Οίκος των Μπάξτρι ήταν ο αρχαιότερος με βασιλικό αίμα. Παρόμοια χαρακτηριστικά έβρισκες σε πολλούς ευγενείς της Αυτοκρατορίας του Έργκοθ. Καθώς ο Μπένετ γύρισε αλλού με το μυαλό του, υποτίθεται, στην προκειμένη υπόθεση, το βλέμμα του συναντήθηκε στιγμιαία με αυτό του Χούμα. Η ματιά του ήταν ψυχρή.